Η αντίδραση του Αλέξη Τσίπρα και του Νίκου Ανδρουλάκη μετά την απόφαση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου για την υπόθεση των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων δεν είναι απλώς ακόμη ένα επεισόδιο της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Ανοίγει ένα πολύ σοβαρότερο ζήτημα.
Μπορεί μια απόφαση της Δικαιοσύνης να θεωρείται θεσμικά σεβαστή μόνο όταν συμπίπτει με αυτό που πολιτικά περιμέναμε να ακούσουμε;
Ο Αλέξης Τσίπρας σχολίασε ότι «ό,τι εύκολα μπαίνει στο αρχείο, το ίδιο εύκολα βγαίνει από το αρχείο», ενώ ο Νίκος Ανδρουλάκης επέλεξε ακόμη σκληρότερη γλώσσα, κάνοντας λόγο για «πλυντήριο».
Είναι βαριές πολιτικές τοποθετήσεις. Και ασφαλώς έχουν κάθε δικαίωμα να τις κάνουν.
Η Δικαιοσύνη δεν βρίσκεται στο απυρόβλητο της κριτικής. Οι αποφάσεις της κρίνονται, σχολιάζονται και, όπου προβλέπεται, αμφισβητούνται με τα θεσμικά μέσα που παρέχει η έννομη τάξη.
Υπάρχει όμως μια ουσιαστική διαφορά.
Άλλο η αυστηρή κριτική μιας συγκεκριμένης απόφασης και άλλο να καλλιεργείται η εικόνα μιας «ύποπτης Δικαιοσύνης» κάθε φορά που το αποτέλεσμα δεν συμβαδίζει με μια πολιτική θέση.
Και αυτή η διαφορά έχει σημασία.
Πολύ περισσότερο όταν οι συγκεκριμένες τοποθετήσεις δεν προέρχονται από δύο απλούς σχολιαστές της επικαιρότητας.
Ο Αλέξης Τσίπρας έχει διατελέσει πρωθυπουργός της χώρας. Ο Νίκος Ανδρουλάκης είναι πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές της σημερινής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Οι λέξεις τους, επομένως, έχουν βάρος.
Ο πρώην πρωθυπουργός γνωρίζει από πρώτο χέρι τι σημαίνει διάκριση των εξουσιών και πόσο ευαίσθητη είναι η σχέση ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και τη Δικαιοσύνη.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης, από την πλευρά του, έχει κάθε λόγο να επιμένει στην υπόθεση των παρακολουθήσεων. Τον αφορά άμεσα και αποτέλεσε μείζον πολιτικό ζήτημα. Έχει δικαίωμα να ζητά απαντήσεις, να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση και να θεωρεί ότι υπάρχουν ερωτήματα που παραμένουν ανοικτά.
Αυτό όμως είναι διαφορετικό από το να δημιουργείται η εντύπωση ότι μια εισαγγελική κρίση αποτελεί περίπου «ξέπλυμα» μιας υπόθεσης επειδή δεν κατέληξε εκεί όπου θα επιθυμούσε πολιτικά η αντιπολίτευση.
Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.
Γιατί αυτή η λογική δεν εμφανίστηκε σήμερα στην ελληνική πολιτική ζωή. Την έχουμε δει πολλές φορές και, για να είμαστε δίκαιοι, από διαφορετικές πολιτικές πλευρές.
Όταν μια δικαστική εξέλιξη συμφωνεί με όσα υποστηρίζουμε, η Δικαιοσύνη «μίλησε».
Όταν δεν συμφωνεί, αρχίζουν οι υπαινιγμοί για τη λειτουργία της.
Αυτό δεν μπορεί να αποτελεί μέτρο θεσμικής συνέπειας. Είναι μια επικίνδυνη λογική δύο μέτρων και δύο σταθμών.
Η Δικαιοσύνη μπορεί να κάνει λάθη. Οι αποφάσεις της μπορούν να προκαλούν ερωτήματα. Μπορούν να υπάρχουν διαφορετικές νομικές προσεγγίσεις, ενστάσεις και σκληρή δημόσια κριτική.
Έτσι λειτουργεί μια Δημοκρατία.
Εκείνο όμως που πρέπει να μας προβληματίζει είναι η ευκολία με την οποία μπορεί να εμπεδωθεί στην κοινωνία η αντίληψη ότι πίσω από κάθε δικαστική ή εισαγγελική απόφαση που δεν ικανοποιεί μια πολιτική πλευρά κρύβεται κάποια «σκοπιμότητα».
Γιατί τότε ο πολίτης δεν αμφισβητεί πλέον μόνο μία απόφαση.
Αρχίζει να αμφισβητεί τον ίδιο τον θεσμό.
Και αυτή η ζημιά είναι πολύ δυσκολότερο να διορθωθεί από όσο είναι να προκληθεί.
Η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη δεν μπορεί να λειτουργεί με κομματικό διακόπτη.
Αυτό αφορά τους πάντες.
Κυβέρνηση και αντιπολίτευση.
Γιατί οι κυβερνήσεις αλλάζουν. Οι πολιτικές πλειοψηφίες επίσης. Εκείνος που σήμερα αμφισβητεί μια δικαστική κρίση, αύριο μπορεί να επικαλείται μια άλλη ως απόδειξη ότι οι θεσμοί λειτουργούν.
Γι’ αυτό χρειάζεται μέτρο.
Όχι σιωπή.
Όχι ασυλία της Δικαιοσύνης απέναντι στην κριτική.
Αλλά κριτική συγκεκριμένη, τεκμηριωμένη και όσο σκληρή απαιτούν τα γεγονότα, χωρίς γενικεύσεις που τελικά αφήνουν πίσω τους την εντύπωση μιας συνολικά «χειραγωγούμενης» Δικαιοσύνης.
Ο Αλέξης Τσίπρας και ο Νίκος Ανδρουλάκης έχουν κάθε δικαίωμα να υποστηρίζουν ότι πολιτικά η υπόθεση των παρακολουθήσεων δεν έχει κλείσει.
Να ζητούν απαντήσεις. Να ασκούν πίεση στην κυβέρνηση. Να φέρνουν το θέμα στη Βουλή και στη δημόσια συζήτηση.
Αυτός είναι ο ρόλος της αντιπολίτευσης.
Υπάρχει όμως ένα ερώτημα που δεν μπορεί να αποφεύγεται:
Αν η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη όταν μας δικαιώνει και «ύποπτη» όταν δεν μας δικαιώνει, τότε τελικά ποια Δικαιοσύνη θέλουμε;
Εκείνη που κρίνει ανεξάρτητα, ακόμη κι όταν η κρίση της μας ενοχλεί;
Ή εκείνη που επιβεβαιώνει κάθε φορά το πολιτικό αφήγημα που έχουμε ήδη επιλέξει;
Γιατί η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης δεν δοκιμάζεται όταν συμφωνούμε με τις αποφάσεις της.
Δοκιμάζεται κυρίως όταν διαφωνούμε μαζί τους.


