Κυριακή 9 Αυγούστου 2026


ΑρχικήΕΛΛΑΔΑΠυρκαγιές: η Ελλάδα χρειάζεται και Canadair και Rafale

Πυρκαγιές: η Ελλάδα χρειάζεται και Canadair και Rafale

[wbls-below-article-image]

Τι πραγματικά ισχύει για τα Beriev και τον πυροσβεστικό στόλο, τα 7 νέα Canadair και γιατί η μάχη με τις φωτιές δεν μπορεί να μπαίνει απέναντι στην εθνική άμυνα

Κάθε δύσκολο καλοκαίρι, μαζί με τις μεγάλες πυρκαγιές, επιστρέφει σχεδόν μηχανικά και η ίδια συζήτηση.

Γιατί δεν έχουμε περισσότερα πυροσβεστικά αεροσκάφη; Γιατί επιμένουμε στα Canadair και δεν αγοράζουμε τα μεγαλύτερα Beriev; Και γιατί η Ελλάδα διαθέτει δισεκατομμύρια για Rafale, F-35 και φρεγάτες, αντί να κατευθύνει αυτά τα χρήματα στην πυρόσβεση;


Τα ερωτήματα είναι εύλογα. Οι απαντήσεις, όμως, δεν είναι τόσο απλές όσο συχνά παρουσιάζονται.

Η αεροπυρόσβεση δεν κρίνεται αποκλειστικά από το ποιο αεροσκάφος μεταφέρει περισσότερο νερό. Όπως και η εθνική ασφάλεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα κονδύλι που περισσεύει και μεταφέρεται, ανάλογα με την επικαιρότητα, από τη μία ανάγκη στην άλλη.

Ένα σοβαρό κράτος δεν επιλέγει από ποια απειλή θα προστατεύσει τους πολίτες του. Οφείλει να είναι προετοιμασμένο για όλες.

Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει ισχυρή Πολιτική Προστασία απέναντι στις ολοένα δυσκολότερες φυσικές καταστροφές, αλλά και ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις σε μια περιοχή όπου οι γεωπολιτικές ισορροπίες κάθε άλλο παρά δεδομένες είναι.

BERIEV Ή CANADAIR; ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΛΗΛΟΤΕΡΟ

Το Beriev Be-200 είναι αναμφίβολα ένα εντυπωσιακό πυροσβεστικό αεροσκάφος. Το βασικό του πλεονέκτημα είναι προφανές: μπορεί να μεταφέρει πολύ μεγαλύτερη ποσότητα νερού από ένα Canadair CL-415.

Αν η σύγκριση σταματούσε εκεί, η απάντηση θα φαινόταν αυτονόητη. Περισσότερο νερό σημαίνει καλύτερη πυρόσβεση.

Στην πράξη δεν είναι έτσι.

Η αποτελεσματικότητα ενός εναέριου μέσου κρίνεται από ολόκληρο τον επιχειρησιακό κύκλο: πόσο γρήγορα μπορεί να κάνει υδροληψία, πόσο σύντομα επιστρέφει στο μέτωπο, σε ποιες συνθήκες μπορεί να επιχειρήσει, πόσο χαμηλά μπορεί να πετάξει και με ποια ακρίβεια μπορεί να πραγματοποιήσει τη ρίψη.

Και, φυσικά, από το περιβάλλον στο οποίο καλείται να επιχειρήσει.

Η Ελλάδα δεν είναι μια χώρα απέραντων επίπεδων δασικών εκτάσεων. Έχει ορεινούς όγκους, χαράδρες, απότομες πλαγιές, εκατοντάδες νησιά, δάση που γειτνιάζουν με οικισμούς και ισχυρούς ανέμους που μπορούν μέσα σε λίγα λεπτά να αλλάξουν ολόκληρη την εικόνα μιας πυρκαγιάς.

Σε τέτοιες συνθήκες η ευελιξία, η ακρίβεια και η συχνότητα των ρίψεων μπορούν να αποδειχθούν εξίσου σημαντικές με την ποσότητα νερού που βρίσκεται μέσα στις δεξαμενές.

Στην αεροπυρόσβεση δεν μετρά μόνο πόσο νερό μεταφέρεις. Μετρά πού, πότε και πόσο γρήγορα μπορείς να το ρίξεις.

Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους τα Canadair αποτελούν εδώ και δεκαετίες βασικό εργαλείο αεροπυρόσβεσης όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για άλλες χώρες με αντίστοιχες επιχειρησιακές ανάγκες.

Δεν σημαίνει ότι το Beriev είναι ένα κακό αεροσκάφος. Σημαίνει ότι η συζήτηση «το Beriev παίρνει περισσότερο νερό, άρα είναι καλύτερο» είναι υπερβολικά απλοϊκή για να περιγράψει το πραγματικό πρόβλημα.

ΕΠΤΑ ΝΕΑ CANADAIR ΚΑΙ ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΤΟΥ ΣΤΟΛΟΥ

Υπάρχει, παράλληλα, ένα δεδομένο που συχνά χάνεται μέσα στην ένταση της δημόσιας συζήτησης.

Η Ελλάδα έχει ήδη προχωρήσει στην προμήθεια επτά νέων DHC-515, της επόμενης γενιάς των γνωστών Canadair, με τις παραδόσεις να προβλέπονται για την περίοδο 2028–2031.

Παράλληλα προχωρά ο εκσυγχρονισμός επτά CL-415 που βρίσκονται ήδη στον ελληνικό στόλο.

Τα DHC-515 διαθέτουν σύγχρονα ηλεκτρονικά και συστήματα αεροναυτιλίας και αποτελούν ουσιαστικά την επόμενη γενιά ενός τύπου αεροσκάφους που έχει συνδεθεί όσο κανένας άλλος με την αεροπυρόσβεση στη Μεσόγειο.

Άρα η εικόνα μιας Ελλάδας που επενδύει στην άμυνα αλλά έχει εγκαταλείψει την ανανέωση των πυροσβεστικών της μέσων απλώς δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Το ερώτημα είναι διαφορετικό: πόσο γρήγορα θα ολοκληρωθούν οι προμήθειες, πόσο αποτελεσματικά θα ενταχθούν τα νέα μέσα στον επιχειρησιακό σχεδιασμό και πόσο θα ενισχυθεί συνολικά ο μηχανισμός Πολιτικής Προστασίας.

Αυτή είναι μια συζήτηση που πράγματι αξίζει να γίνει.

«RAFALE Ή ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΑ»: ΕΝΑ ΨΕΥΔΕΣ ΔΙΛΗΜΜΑ

Υπάρχει όμως και η άλλη σύγκριση, που επιστρέφει σχεδόν μετά από κάθε μεγάλη πυρκαγιά:

«Πόσα πυροσβεστικά θα μπορούσαμε να είχαμε αγοράσει με τα χρήματα των Rafale;»

Επικοινωνιακά είναι μια εξαιρετικά εύκολη ερώτηση.

Ως σοβαρή πρόταση κρατικής πολιτικής, όμως, συγκρίνει δύο εντελώς διαφορετικές ανάγκες.

Τα Rafale και τα Canadair δεν ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Δεν έχουν την ίδια αποστολή και δεν καλύπτουν τον ίδιο κίνδυνο.

Η Πολιτική Προστασία καλείται να προστατεύσει ανθρώπινες ζωές, περιουσίες, δάση και κρίσιμες υποδομές από φυσικές καταστροφές.

Οι Ένοπλες Δυνάμεις υπάρχουν για να προστατεύουν την κυριαρχία, τα σύνορα και την ασφάλεια της χώρας.

Το κράτος έχει υποχρέωση να κάνει και τα δύο.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να χρηματοδοτεί την Πολιτική Προστασία αποδυναμώνοντας την άμυνά της, ούτε να ενισχύει την άμυνά της αδιαφορώντας για την Πολιτική Προστασία.

Αυτό είναι ακόμη πιο αυτονόητο αν κοιτάξει κανείς τον χάρτη.

Η Ελλάδα βρίσκεται στην Ανατολική Μεσόγειο, διαθέτει έναν τεράστιο θαλάσσιο χώρο, εκατοντάδες κατοικημένα νησιά και κρίσιμες ενεργειακές και στρατηγικές υποδομές. Βρίσκεται ταυτόχρονα στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης και δίπλα σε δύο από τις πλέον ασταθείς περιοχές του πλανήτη, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.

Ο αμυντικός σχεδιασμός μιας τέτοιας χώρας δεν μπορεί να γίνεται με ορίζοντα το επόμενο καλοκαίρι.

Γι’ αυτό η Ελλάδα προχώρησε τα τελευταία χρόνια σε έναν εκτεταμένο εκσυγχρονισμό των Ενόπλων Δυνάμεων: 24 Rafale, εκσυγχρονισμό 83 F-16 σε επίπεδο Viper, νέες φρεγάτες FDI –τις γνωστές Belharra– και ένταξη των F-35 στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό της Πολεμικής Αεροπορίας.

Πρόκειται για επιλογές με ορίζοντα δεκαετιών.

Και υπάρχει εδώ μια λεπτομέρεια που συχνά χάνεται.

Η αξία ενός σύγχρονου οπλικού συστήματος δεν μετριέται μόνο από το αν θα χρησιμοποιηθεί σε μια πολεμική αναμέτρηση. Μετριέται και από το αν η ύπαρξή του κάνει μια τέτοια αναμέτρηση λιγότερο πιθανή.

Αυτό είναι η αποτροπή. Και η αποτροπή λειτουργεί όταν ο άλλος γνωρίζει ότι το κόστος μιας επιθετικής ενέργειας θα είναι μεγαλύτερο από το όφελος.

Η ΠΥΡΟΣΒΕΣΗ ΔΕΝ ΑΡΧΙΖΕΙ ΟΤΑΝ ΣΗΚΩΝΕΤΑΙ ΤΟ CANADAIR

Υπάρχει, τέλος, μια πλευρά της συζήτησης που ίσως είναι σημαντικότερη από όλες τις προηγούμενες.

Έχουμε συνηθίσει να μετράμε την αποτελεσματικότητα του μηχανισμού από τον αριθμό των αεροπλάνων και των ελικοπτέρων που βλέπουμε πάνω από μια φωτιά.

Όμως όταν ένα Canadair φτάσει πάνω από ένα μεγάλο μέτωπο, έχει ήδη προηγηθεί μια ολόκληρη αλυσίδα.

Καθαρισμοί, αντιπυρικές ζώνες, επιτήρηση, έγκαιρος εντοπισμός, drones, επίγειες δυνάμεις, επικοινωνίες, συντονισμός, πρόσβαση των πυροσβεστικών οχημάτων και, πάνω απ’ όλα, η ταχύτητα της πρώτης επέμβασης.

Εκεί κρίνεται μεγάλο μέρος της μάχης.

Το πρόγραμμα «ΑΙΓΙΣ», συνολικού ύψους άνω των 2,1 δισ. ευρώ, επιχειρεί να ενισχύσει ακριβώς αυτή τη συνολική αλυσίδα της Πολιτικής Προστασίας με νέα εναέρια μέσα, οχήματα, συστήματα επιτήρησης και σύγχρονες υποδομές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι λύθηκαν όλα τα προβλήματα. Ούτε ότι κάθε σχεδιασμός είναι αλάνθαστος.

Το αντίθετο.

Κάθε μεγάλη καταστροφή πρέπει να εξετάζεται χωρίς εκπτώσεις. Να εντοπίζονται καθυστερήσεις, επιχειρησιακά κενά και λάθη και, κυρίως, να διορθώνονται πριν από την επόμενη κρίση.

Αυτό είναι σοβαρή κριτική.

Η αναζήτηση, όμως, ενός αεροσκάφους ή μιας αγοράς που θα εξαφανίσει ως διά μαγείας το πρόβλημα των πυρκαγιών είναι κάτι διαφορετικό.

Γιατί τέτοιο αεροσκάφος δεν υπάρχει.

Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ

Οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Τα καλοκαίρια γίνονται δυσκολότερα και οι μεγάλες πυρκαγιές μπορούν να αποκτήσουν μέσα σε ελάχιστο χρόνο ένταση που δοκιμάζει ακόμη και πολύ ισχυρούς μηχανισμούς Πολιτικής Προστασίας.

Η Ελλάδα, επομένως, χρειάζεται περισσότερη πρόληψη, καλύτερη επιτήρηση, σύγχρονα εναέρια μέσα, ισχυρότερες επίγειες δυνάμεις, τεχνολογία και διαρκή βελτίωση του συντονισμού.

Την ίδια στιγμή χρειάζεται ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις.

Δεν υπάρχει καμία αντίφαση ανάμεσα στα δύο.

Υπάρχει η ίδια κρατική υποχρέωση: η ασφάλεια της χώρας και των πολιτών της.

Γι’ αυτό το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «Canadair ή Rafale». Ούτε «Beriev ή Belharra».

Αυτά είναι εύκολα διλήμματα για μια δύσκολη πραγματικότητα.

Η ουσιαστική συζήτηση είναι αν η Ελλάδα σχεδιάζει εγκαίρως, αν επενδύει στα σωστά μέσα, αν αξιοποιεί σωστά τα χρήματα των φορολογουμένων και αν ο κρατικός μηχανισμός μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά όταν έρθει η ώρα της κρίσης.

Γιατί τελικά ο πολίτης δεν ενδιαφέρεται για το ποιος κέρδισε μια αντιπαράθεση στα social media.

Θέλει να ξέρει ότι όταν δει τη φωτιά να πλησιάζει το σπίτι του, το κράτος θα είναι εκεί.

Και ότι όταν κοιτάξει τον χάρτη γύρω από τη χώρα του, θα είναι κι εκεί.

[wbls-below-article]



Ροη Ειδήσεων