Η φοροδιαφυγή εξακολουθεί να κινείται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, παρά την αύξηση των ελέγχων και την αξιοποίηση σύγχρονων ψηφιακών εργαλείων. Τα στοιχεία δείχνουν ξεκάθαρα την έκταση του φαινομένου, καθώς από τους 290.000 ελέγχους που πραγματοποίησε η ΑΑΔΕ το 2025, σχεδόν μία στις τρεις επιχειρήσεις εντοπίστηκε με παραβάσεις. Το συνολικό ύψος των προστίμων και των επιπλέον φόρων έφτασε τα 3,1 δισεκατομμύρια ευρώ.
Το ποσοστό παραβατικότητας διαμορφώθηκε στο 29,7%, αυξημένο σε σχέση με το 27,1% της προηγούμενης χρονιάς, με τα συνεργεία αυτοκινήτων να καταγράφουν τις περισσότερες παραβάσεις.
Στον τομέα της επισκευής και εμπορίας οχημάτων και μοτοσικλετών, η παραβατικότητα εκτοξεύτηκε στο 61%. Ακολουθούν οι χερσαίες μεταφορές και οι μεταφορές μέσω αγωγών με 58,1%, οι δραστηριότητες ενοικίασης και εκμίσθωσης με 56,2%, οι υπηρεσίες υγείας με 54% και οι λοιπές προσωπικές υπηρεσίες με 50,3%. Σε χαμηλότερα αλλά ανησυχητικά επίπεδα βρίσκονται η εστίαση με 32,4%, τα καταλύματα με 31,6% και το λιανικό εμπόριο με 29,3%.
Σε γεωγραφικό επίπεδο, τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στη Δυτική Ελλάδα με 39,9%, στην Πελοπόννησο με 39,6% και στη Θεσσαλία με 38,2%. Αντίθετα, η Δυτική Μακεδονία παρουσίασε την καλύτερη εικόνα με 24,9%. Μεταξύ των μεγάλων πόλεων, η Πάτρα και ο Πειραιάς ξεχωρίζουν για τα υψηλά ποσοστά παραβατικότητας.
Οι έλεγχοι δεν περιορίστηκαν μόνο στην επιβολή προστίμων. Οι αρχές προχώρησαν και σε αναστολή λειτουργίας 680 επαγγελματικών χώρων. Τα περισσότερα λουκέτα μπήκαν σε επιχειρήσεις εστίασης με ποσοστό 40,44%, ενώ ακολουθούν ο αγροτικός τομέας με 33,68% και το λιανικό εμπόριο με 9%. Επιπλέον, επιβλήθηκαν ειδικά χρηματικά πρόστιμα σε 293 επιχειρήσεις.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε σε τομείς με υψηλό φορολογικό ρίσκο, όπως κυκλώματα εικονικών τιμολογίων, τουριστικές δραστηριότητες και βραχυχρόνιες μισθώσεις, ηλεκτρονικό εμπόριο και αδήλωτες διαδικτυακές συναλλαγές, καθώς και στη χρήση παραποιημένων λογισμικών. Στο μικροσκόπιο των αρχών μπήκαν επίσης πρατήρια καυσίμων, πλατφόρμες κρατήσεων, συναλλαγές με κάρτες αλλά και δραστηριότητες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για τον εντοπισμό αδήλωτων εισοδημάτων.
Οι έλεγχοι αποκάλυψαν και χαρακτηριστικές περιπτώσεις μεγάλης φοροδιαφυγής. Ανάμεσά τους, άτομο στον Δυτικό Τομέα Αθηνών που για τα έτη 2019 και 2020 υπέβαλε ανακριβείς δηλώσεις αποκρύπτοντας εισοδήματα ύψους 3.229.100 ευρώ. Σε άλλη περίπτωση, ασφαλιστής στον Νότιο Τομέα Αθηνών δεν δήλωσε ποσό 532.400 ευρώ, ενώ κομμώτρια στα Ιωάννινα απέκρυψε 472.200 ευρώ την περίοδο 2020 έως 2023.
Επιπλέον, εντοπίστηκε εργάτης στο Ηράκλειο που δεν δήλωσε εισοδήματα 334.815 ευρώ, καθώς και άλλες περιπτώσεις φυσικών προσώπων που απέκρυψαν ποσά άνω των 300.000 ευρώ, αυξάνοντας την περιουσία τους χωρίς να δικαιολογούν την προέλευση των χρημάτων.
Τα ευρήματα των ελέγχων αναδεικνύουν ότι, παρά τα μέτρα και την ενίσχυση των μηχανισμών εποπτείας, η φοροδιαφυγή παραμένει ένα βαθιά ριζωμένο πρόβλημα με σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις.