Η αυξημένη διπλωματική κινητικότητα γύρω από τον πόλεμο στην Ουκρανία μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί.
Ο Βλαντίμιρ Πούτιν δηλώνει πρόθυμος να συζητήσει μια συμφωνία, θέτοντας όμως ως προϋπόθεση την αποδοχή συμβιβασμών από το Κίεβο. Από την πλευρά του, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι απαντά με πρόταση για απευθείας συνάντηση, ζητώντας παράλληλα εκεχειρία κατά τη διάρκεια των συνομιλιών και αμερικανική επιτήρηση της διαδικασίας. Την ίδια στιγμή, ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται ως ο μοναδικός παράγοντας που μπορεί να ασκήσει ουσιαστική πίεση και στις δύο πλευρές.
Το ερώτημα «γιατί τώρα» φαίνεται να έχει τρεις βασικές απαντήσεις. Η Ρωσία επιδιώκει να μετατρέψει τα στρατιωτικά της κέρδη σε πολιτικό αποτέλεσμα, η Ουκρανία δεν θέλει να κατηγορηθεί ότι εμποδίζει την ειρήνη και οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν μια γρήγορη διπλωματική διέξοδο σε έναν πόλεμο που έχει κουράσει τη Δύση.
Η συγκυρία διαμορφώθηκε από τρεις παράλληλες εξελίξεις. Η Μόσχα έδειξε ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας με την Ουάσινγκτον παραμένουν ανοιχτοί, ακόμη και μέσα από συζητήσεις για μελλοντικά γεωοικονομικά σχέδια. Παράλληλα, ο Πούτιν δήλωσε έτοιμος για μια συμφωνία βασισμένη σε ιδέες που αποδίδονται στον Τραμπ, αρκεί το Κίεβο να αποδεχθεί συμβιβασμούς. Ο Ζελένσκι ανταπάντησε προτείνοντας απευθείας διάλογο, προσωρινή κατάπαυση του πυρός και αμερικανική εποπτεία.
Η ρωσική ηγεσία επιχειρεί να εμφανιστεί ως δύναμη που διαπραγματεύεται από θέση ισχύος. Το Κρεμλίνο υποστηρίζει ότι έχει εδραιώσει τον έλεγχό του σε σημαντικά τμήματα των κατεχόμενων περιοχών και παρουσιάζει μια ενδεχόμενη συμφωνία όχι ως υποχώρηση αλλά ως πολιτική αναγνώριση της πραγματικότητας που έχει διαμορφωθεί στο πεδίο.
Ταυτόχρονα, η Μόσχα γνωρίζει ότι ο πόλεμος εξακολουθεί να έχει σημαντικό κόστος. Οι ουκρανικές επιθέσεις με drones εντός ρωσικού εδάφους και η ανάγκη διαρκούς ενίσχυσης της αεράμυνας καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση δεν μπορεί να παραμείνει επ’ αόριστον χωρίς επιπτώσεις στο εσωτερικό της χώρας.
Ο Ζελένσκι από την άλλη πλευρά ακολουθεί μια προσεκτικά σχεδιασμένη στρατηγική. Δεν αποδέχεται τις ρωσικές προϋποθέσεις, αλλά επιδιώκει να στερήσει από τη Μόσχα το επιχείρημα ότι η Ουκρανία απορρίπτει τον διάλογο. Με την πρότασή του μεταφέρει το βάρος της απόφασης στη ρωσική πλευρά. Αν ο Πούτιν αρνηθεί τις συνομιλίες, θα εμφανιστεί ως η πλευρά που μπλοκάρει την ειρηνευτική προσπάθεια. Αν τις αποδεχθεί, θα κληθεί να διαπραγματευτεί υπό καθεστώς εκεχειρίας και διεθνούς εποπτείας.
Κομβικό ρόλο σε αυτή την εξίσωση παίζει ο Τραμπ. Για τη Μόσχα, η αμερικανική εμπλοκή προσφέρει τη δυνατότητα επαναφοράς της Ρωσίας στο τραπέζι των μεγάλων διεθνών διαπραγματεύσεων. Για το Κίεβο, αποτελεί ταυτόχρονα ευκαιρία και πηγή ανησυχίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ίσως ο μόνος παίκτης που μπορεί να εγγυηθεί μια συμφωνία, όμως μια αμερικανική διοίκηση που επιδιώκει γρήγορα αποτελέσματα θα μπορούσε να πιέσει για επώδυνους συμβιβασμούς.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο παραμένει η διαφορετική ερμηνεία του όρου «συμβιβασμός». Η Ρωσία θεωρεί ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη τα εδαφικά δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί στο πεδίο. Η Ουκρανία φοβάται ότι μια εκεχειρία χωρίς ισχυρές εγγυήσεις θα οδηγήσει απλώς σε μια προσωρινή παύση πριν από έναν νέο κύκλο συγκρούσεων. Οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται κυρίως για μια σταθεροποίηση που θα μειώσει το κόστος και θα επιτρέψει στην Ουάσινγκτον να επικεντρωθεί σε άλλα διεθνή μέτωπα.
Παρότι οι πιθανότητες για κάποια μορφή αποκλιμάκωσης είναι σήμερα μεγαλύτερες από ό,τι πριν από μερικούς μήνες, η προοπτική μιας συνολικής ειρηνευτικής συμφωνίας παραμένει μακρινή. Το πιο ρεαλιστικό σενάριο φαίνεται να είναι μια μεταβατική φάση που θα περιλαμβάνει συνομιλίες, προσωρινή εκεχειρία, επιτήρηση της κατάστασης και διαπραγματεύσεις για το μέλλον των κατεχόμενων περιοχών.
Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, όλοι θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι πέτυχαν κάτι. Ο Τραμπ ότι άνοιξε τον δρόμο για την ειρήνη, ο Πούτιν ότι ανάγκασε τη Δύση να διαπραγματευτεί με βάση τα δεδομένα του πολέμου και ο Ζελένσκι ότι πέτυχε κατάπαυση του πυρός χωρίς να αναγνωρίσει απώλεια ουκρανικών εδαφών.
Ωστόσο, ακόμη και τότε, δεν θα πρόκειται για πραγματική ειρήνη. Θα πρόκειται για μια προσπάθεια διαχείρισης του πολέμου με πολιτικά μέσα. Και το κρίσιμο ερώτημα θα παραμείνει το ίδιο: μπορεί να βρεθεί μια συμφωνία που να μην εκληφθεί ως ήττα για την Ουκρανία και ταυτόχρονα να μην παρουσιαστεί ως υποχώρηση για τη Ρωσία;