Η Ελλάδα καταγράφει υψηλό ποσοστό νέων που ολοκληρώνουν ανώτατες σπουδές. Η εικόνα αυτή, που εκ πρώτης όψεως αποτελεί ένδειξη προόδου, αποκαλύπτει ένα διαρθρωτικό ζήτημα: τη σταθερή απόκλιση ανάμεσα στο εκπαιδευτικό σύστημα και τις ανάγκες της οικονομίας. Σχεδόν ένας στους δύο νέους στην Ελλάδα ολοκληρώνει ανώτατες σπουδές, ποσοστό υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Την ίδια στιγμή, σημαντικό μέρος αυτών των αποφοίτων δεν κατευθύνεται σε τομείς με αντίστοιχη ζήτηση. Σημαντικό μέρος των αποφοίτων κατευθύνεται σε αντικείμενα με περιορισμένη ζήτηση στην αγορά εργασίας. Το φαινόμενο δεν είναι συγκυριακό. Επαναλαμβάνεται και διευρύνεται, οδηγώντας σε υπερπροσφορά πτυχιούχων σε συγκεκριμένους κλάδους και σε έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού σε άλλους.
Επιλογές σπουδών και δομικές στρεβλώσεις
Η επιλογή σπουδών εξακολουθεί να επηρεάζεται περισσότερο από κοινωνικά πρότυπα και λιγότερο από πραγματικά δεδομένα της αγοράς. Το πανεπιστήμιο αντιμετωπίζεται ως βασική διαδρομή κοινωνικής ανόδου, ανεξαρτήτως επαγγελματικών προοπτικών. Αυτό οδηγεί σε συγκέντρωση φοιτητών σε σχολές θεωρητικής και διοικητικής κατεύθυνσης, όπου η απορρόφηση είναι περιορισμένη. Την ίδια στιγμή, τομείς με αυξανόμενη ζήτηση, όπως τεχνικά επαγγέλματα, εφαρμοσμένες επιστήμες και εξειδικευμένες τεχνολογικές ειδικότητες, παραμένουν υποστελεχωμένοι.
Μια αγορά που κινείται ταχύτερα
Η αγορά εργασίας μεταβάλλεται με ρυθμούς ταχύτερους από το εκπαιδευτικό σύστημα. Η ζήτηση μετατοπίζεται προς δεξιότητες που συνδέονται με την παραγωγή, την τεχνολογία, την εξειδίκευση και την προσαρμοστικότητα. Η εκπαίδευση δεν ακολουθεί με τον ίδιο ρυθμό. Η σύνδεση με την αγορά παραμένει περιορισμένη, η πρακτική κατάρτιση δεν είναι επαρκώς ενσωματωμένη και η ανανέωση των προγραμμάτων σπουδών γίνεται αργά. Είναι ενδεικτικό ότι η απασχόληση των νέων πτυχιούχων στην Ελλάδα παραμένει χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ σημαντικό ποσοστό εργάζεται σε θέσεις που δεν σχετίζονται με το αντικείμενο σπουδών του. Το αποτέλεσμα είναι σαφές: οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να καλύψουν θέσεις που απαιτούν συγκεκριμένες δεξιότητες, ενώ οι απόφοιτοι δυσκολεύονται να βρουν εργασία στο αντικείμενό τους.
Υποαπασχόληση και απώλεια δυναμικού
Η εικόνα της απασχόλησης των νέων πτυχιούχων είναι σύνθετη. Ένα σημαντικό ποσοστό εργάζεται σε θέσεις που δεν αντιστοιχούν στο επίπεδο σπουδών του ή δεν σχετίζονται με το αντικείμενό του. Σε ορισμένους κλάδους, η ανεργία ή η υποαπασχόληση των αποφοίτων παραμένει σε υψηλά επίπεδα, την ώρα που επιχειρήσεις δηλώνουν δυσκολία να καλύψουν θέσεις σε τεχνικές και εξειδικευμένες ειδικότητες. Η υποαπασχόληση δεν αποτελεί παροδικό φαινόμενο. Επηρεάζει τις αποδοχές, περιορίζει την επαγγελματική εξέλιξη και μειώνει τη συνολική απόδοση του ανθρώπινου δυναμικού. Παράλληλα, ένα μέρος των αποφοίτων αναζητά ευκαιρίες στο εξωτερικό, ενισχύοντας τη διαρροή ανθρώπινου κεφαλαίου. Η οικονομία χάνει στελέχη που έχει εκπαιδεύσει, χωρίς να αξιοποιεί την επένδυση που έχει προηγηθεί.
Επιπτώσεις στην οικονομία
Η αναντιστοιχία εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας επηρεάζει άμεσα την παραγωγικότητα. Η οικονομία λειτουργεί με λιγότερη αποτελεσματικότητα, καθώς οι διαθέσιμες δεξιότητες δεν αντιστοιχούν στις ανάγκες των επιχειρήσεων. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην απασχόληση. Αφορά τη συνολική λειτουργία της οικονομίας και τη δυνατότητα βιώσιμης ανάπτυξης.
Το ζητούμενο
Η συζήτηση δεν αφορά τον αριθμό των πτυχιούχων. Αφορά τη σύνδεση των σπουδών με την πραγματική οικονομία. Χωρίς ουσιαστική προσαρμογή, το σύστημα θα συνεχίσει να παράγει αποφοίτους που δυσκολεύονται να ενταχθούν στην αγορά εργασίας. Η Ελλάδα δεν έχει πρόβλημα μορφωμένων νέων. Έχει πρόβλημα κατεύθυνσης. Και όσο η εκπαίδευση δεν συνδέεται με την οικονομία, τα πτυχία θα αυξάνονται. Αλλά οι ευκαιρίες δεν θα ακολουθούν με τον ίδιο ρυθμό.