Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον πολύ κοντά στο να απαλλαγεί και από το τελευταίο ειδικό καθεστώς ευρωπαϊκής παρακολούθησης που συνδέεται με την περίοδο των μνημονίων. Εφόσον επιβεβαιωθούν οι σχεδιασμοί των Βρυξελλών, από το φθινόπωρο η χώρα θα πάψει να αντιμετωπίζεται ως ξεχωριστή περίπτωση και θα υπάγεται αποκλειστικά στους γενικούς κανόνες που ισχύουν για όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί το κλείσιμο ενός μεγάλου κεφαλαίου για την ελληνική οικονομία, καθώς θα τερματιστούν οι ειδικές αποστολές των ευρωπαϊκών θεσμών στην Αθήνα και οι ξεχωριστές εξαμηνιαίες εκθέσεις που αφορούν αποκλειστικά την Ελλάδα.
Η αλλαγή συνδέεται με τη σημαντική βελτίωση των δημοσιονομικών και οικονομικών δεδομένων της χώρας. Η Ελλάδα έχει επιστρέψει στις διεθνείς αγορές, έχει αποκτήσει ξανά επενδυτική βαθμίδα, καταγράφει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και μειώνει σταθερά το δημόσιο χρέος.
Η θετική αξιολόγηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα προσφέρει παράλληλα μεγαλύτερο περιθώριο κινήσεων στην κυβέρνηση για την επόμενη περίοδο. Νέες φορολογικές ελαφρύνσεις, ενίσχυση των εισοδημάτων και στοχευμένες παροχές είναι μεταξύ των παρεμβάσεων που μπορούν να βρεθούν στο επίκεντρο της οικονομικής πολιτικής.
Η εξέλιξη αναμένεται να αξιοποιηθεί και πολιτικά στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα βρεθεί στη Θεσσαλονίκη το πρώτο Σαββατοκύριακο του Σεπτεμβρίου και αναμένεται να παρουσιάσει από το βήμα της ΔΕΘ τις βασικές κατευθύνσεις της οικονομικής πολιτικής για τα επόμενα χρόνια. Το τέλος της ειδικής εποπτείας αναμένεται να παρουσιαστεί ως ακόμη μία ένδειξη ότι η χώρα έχει αφήσει πίσω της την περίοδο των μνημονίων και έχει επιστρέψει σε συνθήκες δημοσιονομικής σταθερότητας.
Τι ισχύει σήμερα για την Ελλάδα
Μέχρι σήμερα, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται σε καθεστώς μεταπρογραμματικής εποπτείας. Σύμφωνα με το ισχύον ευρωπαϊκό πλαίσιο, κράτη που έχουν λάβει οικονομική βοήθεια από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς παραμένουν υπό ειδική παρακολούθηση έως ότου αποπληρώσουν τουλάχιστον το 75% των σχετικών δανείων.
Εάν εφαρμοζόταν αποκλειστικά αυτός ο κανόνας, η Ελλάδα θα παρέμενε σε ειδικό καθεστώς μέχρι το 2059, εξαιτίας του μεγάλου ύψους και της μεγάλης χρονικής διάρκειας των δανείων που έλαβε κατά την περίοδο των μνημονίων.
Στο πλαίσιο της σημερινής διαδικασίας, κλιμάκια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πραγματοποιούν δύο αποστολές στην Αθήνα κάθε χρόνο. Στους ελέγχους συμμετέχουν επίσης η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας, ενώ στην περίπτωση της Ελλάδας συμμετέχει και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Οι αξιολογήσεις επικεντρώνονται στη συνολική πορεία της οικονομίας, στα δημόσια οικονομικά, στη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος και κυρίως στη δυνατότητα της χώρας να συνεχίσει χωρίς προβλήματα την εξυπηρέτηση του χρέους της.
Η αλλαγή του ευρωπαϊκού πλαισίου ανοίγει τον δρόμο
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει τροποποίηση του Κανονισμού 472/2013, ώστε η ένταση της εποπτείας να συνδέεται περισσότερο με την πραγματική κατάσταση κάθε οικονομίας και λιγότερο με το ύψος των δανείων που έχουν αποπληρωθεί.
Με βάση τη νέα πρόταση, μετά την ολοκλήρωση πέντε ετών εποπτείας θα μπορεί να πραγματοποιείται ειδική αξιολόγηση της ικανότητας μιας χώρας να εξυπηρετεί το χρέος της. Εφόσον διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι, οι τακτικές αποστολές και οι ξεχωριστές εκθέσεις θα μπορούν να αναστέλλονται για μία πενταετία.
Μετά το πέρας της περιόδου αυτής θα πραγματοποιείται νέα αξιολόγηση. Επομένως, δεν προβλέπεται πλήρης κατάργηση της δυνατότητας ευρωπαϊκού ελέγχου, αλλά σημαντική χαλάρωση της διαδικασίας όταν τα οικονομικά δεδομένα δεν δικαιολογούν πλέον συχνές και ειδικές παρεμβάσεις.
Η λογική της αλλαγής είναι ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν χρειάζεται να διατηρούν τον ίδιο βαθμό εποπτείας σε χώρες που έχουν αποκαταστήσει τη δημοσιονομική τους σταθερότητα και είναι σε θέση να εξυπηρετούν κανονικά τις υποχρεώσεις τους.
Γιατί η Ελλάδα μπορεί να εξέλθει νωρίτερα
Η Ελλάδα ολοκλήρωσε στις 20 Αυγούστου 2022 την περίοδο ενισχυμένης εποπτείας και πέρασε στο καθεστώς μεταπρογραμματικής εποπτείας. Από τότε οι έλεγχοι πραγματοποιούνται ανά εξάμηνο και όχι ανά τρίμηνο.
Με βάση αυτή την ημερομηνία, η πενταετία ολοκληρώνεται το καλοκαίρι του 2027. Στις Βρυξέλλες εξετάζεται, ωστόσο, το ενδεχόμενο να συνυπολογιστεί και η προηγούμενη περίοδος ενισχυμένης εποπτείας, η οποία ίσχυσε από το 2018 έως το 2022.
Το συγκεκριμένο καθεστώς ήταν αυστηρότερο και προέβλεπε συχνότερους και λεπτομερέστερους ελέγχους. Για τον λόγο αυτό θεωρείται πιθανό η Ελλάδα να συμπεριληφθεί στο πρώτο κύμα των χωρών που θα απαλλαγούν από τις τακτικές ειδικές αξιολογήσεις.
Αν δεν συμβεί αυτό, η χώρα θα εξακολουθήσει να βρίσκεται σε ειδικό καθεστώς έως το καλοκαίρι του 2027, παρά τη σημαντική βελτίωση των οικονομικών της επιδόσεων.
Σε κάθε περίπτωση, η τελική απόφαση δεν έχει ακόμη ληφθεί. Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πρέπει να εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, ενώ στη συνέχεια θα απαιτηθεί θετική αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας.
Τα οικονομικά δεδομένα που ενισχύουν την Αθήνα
Το βασικό επιχείρημα της Ελλάδας είναι πλέον η ίδια η εικόνα της οικονομίας.
Σύμφωνα με την τελευταία αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει την ικανότητα να εξυπηρετεί το δημόσιο χρέος της. Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 2,1% το 2025, συνεχίζοντας για τρίτη διαδοχική χρονιά την αναπτυξιακή της πορεία.
Η ανάπτυξη στηρίχθηκε στις επενδύσεις, την κατανάλωση, τις εξαγωγές και την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών πόρων.
Ιδιαίτερα θετική είναι η εικόνα στα δημόσια οικονομικά. Το πρωτογενές πλεόνασμα έφτασε περίπου στο 4,9% του ΑΕΠ το 2025, ξεπερνώντας τις αρχικές εκτιμήσεις. Η αύξηση των εσόδων, η μεγαλύτερη φορολογική συμμόρφωση και ο έλεγχος των κρατικών δαπανών συνέβαλαν στην επίτευξη καλύτερων αποτελεσμάτων από τα αναμενόμενα.
Το δημόσιο χρέος εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα υψηλό, όμως η πορεία του είναι πλέον σταθερά καθοδική. Από 154,2% του ΑΕΠ το 2024 υποχώρησε στο 146,1% το 2025. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι θα μειωθεί στο 140,7% το 2026 και στο 134,4% το 2027.
Η ελληνική κυβέρνηση εμφανίζεται ακόμη πιο αισιόδοξη, εκτιμώντας ότι το χρέος μπορεί να περιοριστεί στο 136,8% του ΑΕΠ ήδη από το τέλος του 2026.
Στη μείωση συμβάλλουν η ανάπτυξη, τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και οι πρόωρες αποπληρωμές παλαιότερων δανείων. Παράλληλα, σημαντικό «μαξιλάρι» αποτελεί το ύψος των ταμειακών διαθεσίμων του Δημοσίου, τα οποία στο τέλος του 2025 βρίσκονταν κοντά στα 40 δισ. ευρώ.
Επιπλέον, η μέση διάρκεια του ελληνικού χρέους πλησιάζει τα 19 χρόνια, ενώ μεγάλο μέρος των δανείων έχει χαμηλά και σταθερά επιτόκια. Έτσι, το Δημόσιο δεν χρειάζεται να αναχρηματοδοτεί κάθε χρόνο μεγάλο τμήμα των υποχρεώσεών του και είναι περισσότερο προστατευμένο από τις έντονες διακυμάνσεις των διεθνών επιτοκίων.
Η επενδυτική βαθμίδα αλλάζει την εικόνα της χώρας
Σημαντικό πλεονέκτημα αποτελεί και η επιστροφή της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα. Οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης αναγνωρίζουν τη βελτίωση των δημοσιονομικών δεδομένων, ενώ οι εκδόσεις ελληνικών ομολόγων εξακολουθούν να προσελκύουν σημαντικό ενδιαφέρον από ξένους επενδυτές.
Η χώρα μπορεί πλέον να χρηματοδοτείται κανονικά από τις αγορές και έχει προχωρήσει σε πρόωρες αποπληρωμές παλαιότερων δανείων. Με τον τρόπο αυτό περιορίζεται το μελλοντικό κόστος τόκων και ενισχύεται η εικόνα μιας οικονομίας που είναι πλέον σε θέση να διαχειρίζεται με μεγαλύτερη ασφάλεια τις δανειακές της υποχρεώσεις.
Η Κομισιόν εξακολουθεί να επισημαίνει ότι το ελληνικό χρέος παραμένει υψηλό και ότι η δημοσιονομική πειθαρχία πρέπει να συνεχιστεί. Παράλληλα, όμως, αναγνωρίζει ότι οι άμεσες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας είναι περιορισμένες και ότι το Δημόσιο διαθέτει σημαντικά αποθέματα για να αντιμετωπίσει ενδεχόμενες πιέσεις.
Έτσι, η επικείμενη αλλαγή του ευρωπαϊκού πλαισίου μπορεί να αποτελέσει για την Ελλάδα το τελευταίο βήμα απομάκρυνσης από την ειδική εποπτεία της εποχής των μνημονίων, ανοίγοντας ταυτόχρονα περισσότερο χώρο για την άσκηση οικονομικής πολιτικής χωρίς τους έκτακτους περιορισμούς του παρελθόντος.


