Γράφει ο Jonathan Κωνσταντίνου, Πρόεδρος του Ελληνικού Παραρτήματος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος των ΗΠΑ

Αναρωτιούνται όλοι στην Ελλάδα για το ποια ήταν η αιτία για την ήττα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος που εκπροσωπώ στις ενδιάμεσες εκλογές από τους Δημοκρατικούς, όμως δεν αντιλαμβάνονται ότι «ήττα» στις ενδιάμεσες είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση.
Το 2022, ο πρόεδρος Μπάιντεν έχασε και αυτός και στα δύο σώματα του Κογκρέσου την πλειοψηφία που κατείχε, αλλά δεν θυμάμαι να έγινε καμία συζήτηση για αυτό στην Ελλάδα…
Δύο μέτρα και δύο σταθμά για τον ελληνικό Τύπο: όταν οι Δημοκρατικοί χάνουν είναι απλά μια Τετάρτη, όταν χάνουν οι Ρεπουμπλικάνοι έρχεται η «συντέλειά» τους…
Η αλήθεια είναι ότι σχεδόν κανένας από τους Προέδρους τα τελευταία 100 χρόνια δεν έχει κερδίσει ενδιάμεσες εκλογές. Μάλιστα, αυτό ήταν και το ζητούμενο από τους συντάκτες του Αμερικανικού Συντάγματος το μακρινό 1787, καθότι στόχος τους να υπάρχουν συχνές κυλιόμενες εκλογές (ανά διετία) και μέσω της λαϊκής ψήφου κανένα κόμμα να μην μπορεί εσαεί να ελέγχει το πολιτικό σύστημα στην ολότητά του, οι δε εκάστοτε λαϊκές δυσαρέσκειες προς διάφορες πολιτικές να οδηγούν σε μια πολυτασική διακυβέρνηση της χώρας με ισορροπία μεταξύ της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας.

Στις εκλογές των ΗΠΑ που μόλις ολοκληρώθηκαν σχεδόν μοναδικό διακύβευμα ήταν η οικονομία.
Το αξιοπερίεργο δε ήταν ότι συγκρίνανε τη σημερινή κατάσταση, όχι με αυτήν που παρέλαβε το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα από τον Πρόεδρο Μπάιντεν, όπου είχε φτάσει η τιμή της βενζίνης κατά μέσο όρο τα 6 δολάρια το γαλόνι, αλλά συγκρίνανε με το τι συνέβαινε προ του πολέμου στο Ιράκ, όπου η μέση τιμή είχε πέσει ακόμα και κάτω από τα δύο δολάρια. Σήμερα δε η μέση τιμή είναι γύρω στα 4 δολ., σίγουρα πολύ χαμηλότερη από την εποχή των ιδίων που ψηφίσανε στις τωρινές εκλογές.
Ένας άλλος λόγος για την επικράτηση των πολιτικών μας αντιπάλων ήταν η τεράστια συσπείρωση της μουσουλμανικής κοινότητας ανά τις ΗΠΑ, όχι μόνον στο επίπεδο ψηφοφορίας, αλλά και προεκλογικής κινητοποίησης, χρηματοδότησης και συμμετοχής σε οργανωτικά του κόμματος Democratic Socialists of America, το οποίο έχει εισχωρήσει και ουσιαστικά καταλάβει εκ των έσω το παλαιό και σήμερα παραπαίον Κόμμα των «Δημοκρατικών», το οποίο περνά μια ισχυρότατη «ταυτοτική» κρίση.
Έχει ξεφύγει πολύ από την προηγούμενή του σύνθεση και πολιτική, σήμερα ακροβατεί μεταξύ ενός σκληροπυρηνικού ισλαμοφασιστικού μπλοκ και μιας αριστερής μαοϊκής ρητορικής που προσωρινά συμπλέουν, όμως όπως στο Ιράν μετά την επικράτηση των μουλάδων θα συγκρουστούν και φυσικά ξέρουμε πού θα καταλήξει αυτό: Οι ισλαμιστές δεν «παίζουν», κυριολεκτικά «παίρνουν κεφάλια».
Τώρα στα πιο κοντινά για εμάς, να σας διαβεβαιώσω ότι τίποτα δεν θα αλλάξει ως προς τους πολέμους στο Ιράν, την Ουκρανία, αλλά και σε σχέση με την Ελλάδα.
Μάλιστα, με το απόλυτο αδιέξοδο στο Κογκρέσο που αναμένεται είναι αδύνατον να ανατραπούν νομοθετήματα όπως το CAATSA, ήτοι την απαγόρευση διάθεσης ορισμένων οπλικών συστημάτων στην Τουρκία, όπως τα F-35.
Πολλοί χαιρέκακοι στη λεγόμενη Κεντροδεξιά και Κεντροαριστερά με στόμφο ανακοινώνουν ότι δήθεν «τελείωσε ο Τραμπ», οι Δημοκρατικοί θα ελέγχουν το παιχνίδι, όμως τέτοιες δηλώσεις φανερώνουν όχι μόνον την πολιτική ανωριμότητά τους, αλλά και την παντελή τους άγνοια για το πώς λειτουργεί η Αμερική, την οποία «γλείφουν» όταν κυβερνά η Αριστερά και «φτύνουν» όταν κυβερνάμε εμείς.
Όλα ξεκινάνε από το γεγονός ότι για να περάσει ένα οποιοδήποτε νομοσχέδιο, εκτός από την απλή πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων χρειάζεται 60% πλειοψηφία στη Γερουσία.
Συνεπώς, αφού κανένα από τα δύο κόμματα δεν διαθέτει αυτήν την πλειοψηφία, θα πρέπει όποιο νομοσχέδιο κατατεθεί, για να φτάσει προς υπογραφή στον Λευκό Οίκο να διαθέτει διακομματική στήριξη.
Αυτό όχι μόνον δεν υπάρχει τώρα μετά τις ενδιάμεσες, αλλά δεν υπήρχε και πριν, δηλαδή στην πρώτη διετία της δεύτερης θητείας του Donald J. Trump.
Έτσι, οι ΗΠΑ διοικούντο με Προεδρικά Διατάγματα, όπως γίνεται και στην Ελλάδα σε περιπτώσεις κατεπείγοντος.
Παράλληλα όμως είναι αδύνατη και η ανάκληση ή καθαίρεση αξιωματούχων, ακόμα και του ίδιου του Προέδρου, αφού δεν διαθέτει κανείς την απαραίτητη πλειοψηφία των 67 ψήφων στη Γερουσία, άρα αν δούμε να ξαναπαίζεται το ίδιο κακόγουστο σενάριο του 2018-20 των Δημοκρατικών με τις αποτυχημένες απόπειρες καθαίρεσης του Προέδρου, το αποτέλεσμα βέβαια θα είναι η προδιαγεγραμμένη αποτυχία τέτοιων προσπαθειών.
Το μόνον που πιθανώς να συμβεί, το οποίο να έχει και μέτριο ελληνικό ενδιαφέρον είναι το ότι θα καθυστερήσει πολύ η επικύρωση νέου προσώπου για πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα, καθότι είναι δεδομένο ότι όπως και στην πρώτη θητεία Τραμπ, οι πολιτικοί μας αντίπαλοι θα καταφέρουν να καθυστερήσουν δραματικά όλους τους διορισμούς αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων και οι πρέσβεις.


