Ο Ντόναλντ Τραμπ επανέφερε τη Βενεζουέλα στο επίκεντρο της διεθνούς επικαιρότητας, δηλώνοντας ότι «εξετάζει πολύ σοβαρά» το ενδεχόμενο να μετατραπεί σε 51η πολιτεία των ΗΠΑ. Οι δηλώσεις του έγιναν μετά τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του έπειτα από αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση, αλλά και ενώ αμερικανικοί ενεργειακοί και μεταλλευτικοί κολοσσοί επεκτείνουν δυναμικά την παρουσία τους στη χώρα.
Την ίδια στιγμή, ο Λευκός Οίκος επιχειρεί να παρουσιάσει μια εικόνα «ευτυχισμένης» και «καλοδιοικούμενης» Βενεζουέλας, παρά τα σοβαρά ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά γύρω από τη δημοκρατική μετάβαση και τη νομιμότητα των αμερικανικών κινήσεων.
Ο Τραμπ περιέγραψε τη στρατηγική των ΗΠΑ ως «στρατιωτική ιδιοφυΐα», υποστηρίζοντας ότι η Βενεζουέλα πέρασε από τη «μιζέρια» στην «ευημερία». Σε συνέντευξή του δήλωσε πως «η Βενεζουέλα είναι τώρα πολύ ευτυχισμένη» και ότι «τρέχει καλά», δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην εντυπωσιακή αύξηση της πετρελαϊκής παραγωγής και στην ανάπτυξη αμερικανικών γεωτρητικών εγκαταστάσεων στη χώρα.
Πίσω όμως από το αισιόδοξο αφήγημα, οι αμφιβολίες παραμένουν έντονες. Δεν υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα για εκλογές, ενώ ενισχύονται οι φόβοι ότι η Ουάσινγκτον μπορεί να διατηρήσει καθοριστικό έλεγχο στη χώρα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Παρότι ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έχει τη δυνατότητα να ανακηρύξει μονομερώς τη Βενεζουέλα ως 51η πολιτεία χωρίς έγκριση από το Κογκρέσο και συναίνεση της ίδιας της χώρας, η ρητορική του θεωρείται από πολλούς έντονα επεκτατική. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη αυξήσει σημαντικά τη στρατιωτική τους παρουσία στην Καραϊβική, ενώ συνεχίζονται επιχειρήσεις εναντίον πλοίων που θεωρούνται ύποπτα για διακίνηση ναρκωτικών.
Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση συνεργάζεται στενά με τη μεταβατική πρόεδρο Ντέλσι Ροντρίγκες, επιδιώκοντας ενεργειακές συμφωνίες σε μια περίοδο κατά την οποία η σύγκρουση των ΗΠΑ με το Ιράν απειλεί τις διεθνείς ενεργειακές ισορροπίες.
Η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα επιβεβαιωμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, γεγονός που μετατρέπει κάθε εξέλιξη στην περιοχή σε κρίσιμο γεωπολιτικό παιχνίδι. Ο Τραμπ δηλώνει ανοιχτά ότι οι ΗΠΑ «είναι στο πετρελαϊκό παιχνίδι» και ότι σκοπεύουν να εξάγουν «μεγάλες ποσότητες πετρελαίου σε άλλες χώρες», με αμερικανικές επιχειρήσεις να σχεδιάζουν επενδύσεις ύψους 100 δισ. δολαρίων για την ανασυγκρότηση των ενεργειακών υποδομών της χώρας.
Στο εσωτερικό της Βενεζουέλας, ωστόσο, πληθαίνουν οι αντιδράσεις. Διαδηλωτές στο Καράκας ζητούν «να ολοκληρωθεί τώρα η μετάβαση» και απαιτούν σαφές χρονοδιάγραμμα για ελεύθερες εκλογές. Η Ντέλσι Ροντρίγκες περιορίστηκε να δηλώσει ότι οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν «κάποια στιγμή», κάτι που εντείνει τις ανησυχίες πως οι δημοκρατικές διαδικασίες περνούν σε δεύτερη μοίρα μπροστά στα ενεργειακά συμφέροντα και την οικονομική σταθεροποίηση υπό αμερικανική επιρροή.
Την ίδια ώρα, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο προσπαθεί να περιορίσει την ένταση, διαβεβαιώνοντας το Κογκρέσο ότι η Ουάσινγκτον δεν βρίσκεται «σε θέση» να προχωρήσει σε νέα στρατιωτική εμπλοκή πέρα από την παρουσία πεζοναυτών που προστατεύουν την αμερικανική πρεσβεία στο Καράκας.
Περισσότερες από 40 οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Λατινική Αμερική προειδοποιούν ότι, παρά την ανάγκη για δημοκρατική αλλαγή και λογοδοσία στη Βενεζουέλα, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η αποδυνάμωση της διεθνούς τάξης ούτε να επικρατήσει η «λογική του ισχυρού» μέσα από μονομερείς και βίαιες παρεμβάσεις.
Οι επικριτές εκφράζουν φόβους ότι μια πιθανή de facto προσάρτηση της Βενεζουέλας ή η παγίωση αμερικανικού ελέγχου μέσω στρατιωτικών και ενεργειακών μηχανισμών θα μπορούσε να δημιουργήσει επικίνδυνο προηγούμενο για άλλες ισχυρές χώρες. Υπενθυμίζουν μάλιστα ότι ο Τραμπ είχε στο παρελθόν αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο αντίστοιχων κινήσεων απέναντι στον Καναδά, την Κούβα, τον Παναμά και τη Γροιλανδία, ενισχύοντας τα σενάρια περί νέας εποχής «εδαφικού ρεβανσισμού».
Παράλληλα, ο Αμερικανός πρόεδρος αξιοποιεί τη Βενεζουέλα και στην εσωτερική πολιτική σκηνή των ΗΠΑ, επαναφέροντας θεωρίες συνωμοσίας σχετικά με εκλογική νοθεία. Μέσα από αναρτήσεις και επιθετική ρητορική, επιχειρεί να συνδέσει την κρίση στη Βενεζουέλα με τους δικούς του ισχυρισμούς περί «εκλογικής κλοπής» στις αμερικανικές εκλογές του 2020, τροφοδοτώντας ακόμη περισσότερο τον πολιτικό διχασμό τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στη Λατινική Αμερική.