Συνέντευξη Γιώργου Κωνσταντίνου
Στον Κυριάκο Κουζούμη

Ζωντανός θρύλος του ελληνικού θεάτρου και του κινηματογράφου. Με 65 χρόνια παρουσίας και προσφοράς σ’ αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «λειτούργημα», με πορεία που διατρέχει τις πιο εμβληματικές εποχές της έβδομης Τέχνης, με ώριμο βλέμμα και ανοιχτή αγκαλιά σε καθετί καινούργιο και με την ελπίδα ότι η ανθρώπινη ζεστασιά βρίσκεται στην ψυχή και όχι στα social media. Επιμένει να λέει «μπορώ» εκεί που όλα φαντάζουν αδύνατα. Επιμένει να αγαπά εκεί που ο εγωισμός τυφλώνει και επιμένει να βρίσκεται στο θεατρικό σανίδι χαρίζοντας στο κοινό λίγες ώρες «απόδρασης». Ο λόγος για τον Γιώργο Κωνσταντίνου που μιλάει στους Attica Times για τον απαιτητικό ρόλο του στην παράσταση «Κάθε Πέμπτη κύριε Γκρην», την αποδοχή της διαφορετικότητας, τον ρόλο της Τέχνης στην ελληνική κοινωνία του σήμερα και το καλλιτεχνικό του απωθημένο.

Κ.Κ: Η παράσταση θα διανύσει την τρίτη σεζόν στην Αθήνα. Πού αποδίδετε αυτή τη διαχρονική και θερμή αποδοχή του έργου από το κοινό;
Γ.Κ: Το αποδίδω στο ότι πρόκειται για ένα εξαιρετικό και ευλογημένο έργο, το οποίο απαιτεί τεράστια προσπάθεια, απόλυτη πειθαρχία και βαθύ σεβασμό από τους συντελεστές του. Στα 65 χρόνια της πορείας μου σ’ αυτό το λειτούργημα -διότι για μένα η τέχνη του ηθοποιού είναι λειτούργημα και όχι απλώς δουλειά-, δεν έχω ξαναδεί ποτέ το 90% του κοινού να σηκώνεται όρθιο και να χειροκροτεί, κάτι που συνέβη σχεδόν σε κάθε παράσταση της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της περιοδείας μας. Είναι ένα βαθιά ανθρώπινο έργο με εξαιρετική δομή και μια απρόβλεπτη, συγκλονιστική ανατροπή στο τέλος της πρώτης πράξης. Ξεκινά με έντονα κωμικά στοιχεία και παρεξηγήσεις ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικούς ανθρώπους, για να εξελιχθεί σταδιακά σε μια δραματική και λυτρωτική αναμέτρηση. Αυτή η εναλλαγή συναισθημάτων αγγίζει την ψυχή του θεατή και δικαιώνει απόλυτα την αφοσίωση που δίνουμε επί σκηνής.
Κ.Κ: Πώς προσεγγίσατε τον ρόλο του κυρίου Γκρην; Ποια είναι τα πιο δύσκολα σημεία αυτού του μοναχικού και γεμάτου άμυνες χαρακτήρα που καλείστε να αποκωδικοποιήσετε επί σκηνής;
Γ.Κ: Το πιο δύσκολο υποκριτικά σημείο είναι οι έντονες συναισθηματικές εξάρσεις και οι στιγμές παράκρουσης του ήρωα, ειδικά όταν παθαίνει κρίση επί σκηνής και συνομιλεί με την απούσα κόρη του. Αυτά τα σημεία απαιτούν τεράστια ψυχική και σωματική δύναμη για να αποδοθούν πειστικά. Παρά τις δυσκολίες που φέρνει η ηλικία μου -βλέπεις είμαι 92 χρονών, ίσως για έναν 60άρη ή έναν 70άρη να ήταν πιο διαχειρίσιμο- καταφέρνω να το «βγάζω» πολύ όμορφα. Είναι μια απαιτητική διαδικασία όπου δύο άνθρωποι είμαστε μόνοι μας επί σκηνής για δύο ολόκληρες ώρες, κρατώντας αμείωτη την ένταση, καθώς το έργο εξελίσσεται από το γέλιο στο βαθύ συγκινητικό κομμάτι.

Κ.Κ: Πράγματι, το έργο καταφέρνει να περνά από το ξεκαρδιστικό γέλιο στα πιο λυτρωτικά δάκρυα συγκίνησης. Πόσο σημαντική είναι αυτή η εναλλαγή συναισθημάτων για να κρατηθεί αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή;
Γ.Κ: Αυτό που είπες είναι το στοιχείο που κάνει το έργο πραγματικά ευλογημένο. Το παρακολουθείς ευχάριστα από την αρχή χάρη στον γρήγορο διάλογο και τις παρεξηγήσεις ανάμεσα σε δύο εντελώς αταίριαστους και εχθρικούς χαρακτήρες. Υπάρχουν ανατροπές που αφήνουν τον θεατή με ανοιχτό το στόμα. Επίσης, υπάρχει κλιμακωτή εξέλιξη και η κωμωδία δίνει τη θέση της στη δραματική διαμάχη των δύο ανδρών, μέχρι να φτάσουμε στη μεγάλη τελική αποκάλυψη που φέρνει τη βαθιά συγκίνηση και σηκώνει τον κόσμο όρθιο.
Κ.Κ: Ο κύριος Γκρην κουβαλάει το βάρος της απώλειας της γυναίκας του και της απομόνωσης. Υπάρχουν στοιχεία από τον δικό σας εσωτερικό κόσμο ή τις εμπειρίες σας που «δανείσατε» σε αυτόν τον ήρωα;
Γ.Κ: Ευτυχώς όχι (γέλια). Στη ζωή μου είμαι εντελώς αντίθετος. Είναι ένας αυταρχικός και άκαμπτος χαρακτήρας 87 ετών, βαθιά προσκολλημένος στα ήθη και τα έθιμα μιας άλλης εποχής και στη θρησκεία του, ανίκανος να αποδεχτεί οτιδήποτε «ακραίο». Ο νεαρός που του έχει επιβληθεί από δικαστήριο να του κάνει κοινωνική εργασία και να του φέρνει φαγητό, επειδή τον είχε χτυπήσει με το αυτοκίνητο, αποτελεί μια τεράστια πρόκληση για τις άμυνες αυτού του χαρακτήρα. Εγώ ως άνθρωπος είμαι πολύ διαφορετικός απ’ αυτόν. Τόσα χρόνια παρακολουθώ την εξέλιξη των ανθρώπων, της κοινωνίας και παρά τα στραβά που υπάρχουν, εξακολουθώ να χαμογελώ και διατηρώ ανοιχτή αγκαλιά για πολλά καινούργια.

Κ.Κ: Ύστερα από τόσα χρόνια στο σανίδι, τι είναι αυτό που σας δίνει τη δύναμη και το πάθος να συνεχίζετε να ερμηνεύετε απαιτητικούς ρόλους;
Γ.Κ: Η βαθιά πίστη στον εαυτό μου και η λέξη «μπορώ» που είναι ριζωμένη στο μυαλό μου. Σε μια ηλικία που η καθημερινότητα και οι πρόβες φαντάζουν εξοντωτικές, εγώ ποτέ δεν λύγισα μπροστά στις δυσκολίες ή στις… 70 σελίδες κειμένου. Ακόμα και σε δύσκολες στιγμές, όπως όταν ήμουν άρρωστος, κρυωμένος ή ακόμα και την ώρα που είχε φύγει η μητέρα μου από τη ζωή και έπρεπε να ανέβω στη σκηνή, έλεγα πάντα στον εαυτό μου ότι θα τα καταφέρω. Αν βάλεις στον νου σου ότι μπορείς, το κάνεις. Αν το αμφισβητήσεις, είσαι χαμένος.
Κ.Κ: Αν έπρεπε να συνοψίσετε το κύριο μήνυμα που θέλετε να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από το θέατρο, ποιο θα ήταν αυτό;
Γ.Κ: Η κατανόηση και η αγάπη. Στο βάθος της ανθρώπινης ψυχής πάντα υπάρχει η αγάπη, αλλά ο εγωισμός, τα πάθη και ο χαρακτήρας που φέρει ο καθένας δεν την αφήνουν να εξωτερικευτεί.
Κ.Κ: Η αποδοχή της διαφορετικότητας και η υπέρβαση των προκαταλήψεων είναι στοιχεία που θίγονται με σαφήνεια στο έργο. Στην ελληνική κοινωνία του σήμερα, πιστεύετε ότι έχουμε κάνει ουσιαστικά βήματα προς την κατανόηση του «διαφορετικού» ή αναπαράγουμε ακόμη αγκυλώσεις;
Γ.Κ: Όταν αποδεχτείς τον άλλο άνθρωπο όπως είναι, με όλα του τα ελαττώματα, και φανερωθεί η αγάπη της ψυχής, τότε αποκαλύπτεται και το μεγαλείο της. Φοβάμαι όμως, πως εμείς οι ίδιοι ως άνθρωποι, πέρα από τα προσχήματα, δεν έχουμε μάθει ουσιαστικά να αποδεχόμαστε τον άλλον όπως ακριβώς είναι.

Κ.Κ: Η παράσταση κάνει λόγο για την ανθρώπινη τρυφερότητα ως «όπλο αντίστασης στις θηριωδίες του παρελθόντος και τις αγκυλώσεις του παρόντος». Στην εποχή της ψηφιακής αποξένωσης και των γρήγορων ρυθμών, πού μπορεί να βρει καταφύγιο η ανθρώπινη ζεστασιά;
Γ.Κ: Ως παρατηρητής, που ποτέ δεν υπήρξα επικριτικός και αποδεχόμουν πάντα, από παιδί ακόμα, την οποιαδήποτε αδυναμία στον άλλον, ομολογώ ότι σήμερα τρομάζω με τη μεγάλη αναταραχή και την τρέλα που επικρατεί. Ζούμε σε μια εποχή βαθιάς απομόνωσης, κρυφής μοναξιάς και απίστευτα γρήγορων ρυθμών, όπου η παρακολούθηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και του internet προκαλεί μια διαρκή εσωτερική αναστάτωση, κάτι που δεν αντέχεται εύκολα. Το καταφύγιο για την ανθρώπινη ζεστασιά και την ψυχική ηρεμία λοιπόν, δεν μπορεί πλέον να βρεθεί εξωτερικά. Πρέπει να παλέψει και να το βρει κανείς αποκλειστικά μέσα του.
Κ.Κ: Και μέσα σ’ όλο αυτό, ποιος νομίζετε ότι είναι ο ρόλος της Τέχνης απέναντι στη σύγχρονη εποχή και σε όλο αυτό που βιώνουμε;
Γ.Κ: Εμείς οι άνθρωποι της Τέχνης είμαστε πιο τυχεροί, γιατί μέσα από τους ρόλους και τα έργα περνάμε σ’ έναν άλλο, ονειρικό κόσμο, εκτός πραγματικότητας. Αυτές οι ώρες στη σκηνή προσφέρουν μια τεράστια ανακούφιση και κάνουν την ψυχή να νιώθει την ελευθερία και την αγαλλίαση. Ο ρόλος της Τέχνης λοιπόν, είναι ακριβώς αυτός: να παρασέρνει το κοινό, να το βγάζει για λίγες ώρες από τον εαυτό του, τη σκοτούρα και την καθημερινότητα, και να το κάνει να ξεχαστεί, αλλά ταυτόχρονα και να προβληματιστεί δημιουργικά. Το θέατρο είναι ένα ονειρικό αντίδοτο στην ψηφιακή αποξένωση. Γι’ αυτόν τον λόγο οι καλές θεατρικές παραστάσεις ανθούν και ο κόσμος τις επιλέγει με τόση αφοσίωση.
Κ.Κ: Έχετε χαρίσει στο κοινό μερικές από τις πιο εμβληματικές στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου και θεάτρου. Κοιτάζοντας πίσω σε αυτή την τεράστια πορεία, ποια στιγμή ή συνεργασία αισθάνεστε ότι καθόρισε ουσιαστικά την καλλιτεχνική σας ταυτότητα;
Γ.Κ: Το 1962 μπήκα στον χώρο της τέχνης. Προσπαθώντας λοιπόν, να θυμηθώ στιγμές από εργασίες, γυρίσματα, ταινίες και παραστάσεις, διαπιστώνω ότι θυμάμαι πολύ λίγα πράγματα. Αυτό σημαίνει ότι ολόκληρη η ζωή μου μέσα από την τέχνη, όλα αυτά τα αμέτρητα έργα, τα σήριαλ και οι ταινίες, ήταν ένας κόσμος ονειρικός. Φύγανε σαν όνειρο και δεν στέκομαι σε κάποια μεμονωμένη στιγμή. Απλώς έρχονται κάποιες φορές στο μυαλό μου και λέω «μα έζησα και αυτή τη στιγμή, κοίταξε που την είχα ξεχάσει». Με άλλα λόγια, ήταν όλα ένας ονειρικός κόσμος που απλώς έζησα μέσα.
Κ.Κ: Πώς βιώνετε τη σημερινή τηλεοπτική και κινηματογραφική πραγματικότητα σε σχέση με το παρελθόν;
Γ.Κ: Δεν παρακολουθώ σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο ή τηλεοπτικές παραγωγές, γιατί δεν μου φέρνουν κάτι καινούργιο ή ελκυστικό. Αυτά που συμβαίνουν σήμερα στις ελληνικές ταινίες και στα σήριαλ καθρεφτίζουν μια εποχή πολύ ταραγμένη, γεμάτη από μια περίεργη σκληρότητα, και αυτό δεν με τραβάει ούτε μου αρέσει. Αντίθετα, ο παλιός κινηματογράφος καθρέφτιζε μια εποχή πολύ όμορφη, ήσυχη και αθώα, χωρίς τηλεόραση και τόση τρέλα, όπου ακόμα και το να πηγαίνεις το βράδυ σε ένα εστιατόριο για φαγητό ήταν μια μαγευτική βραδιά. Αφού τη σκληρή πραγματικότητα τη ζω γύρω μου, δεν έχω λόγο να κάτσω να τη βλέπω και ως τέχνη.
Κ.Κ: Έχετε υπηρετήσει με την ίδια επιτυχία τόσο την κωμωδία όσο και το δραματικό θέατρο. Υπάρχει κάποιος ρόλος που δεν προλάβατε ή δεν σας δόθηκε η ευκαιρία να ερμηνεύσετε και να αποτελεί απωθημένο;
Γ.Κ: Ναι και μάλιστα από δικό μου λάθος. Κάτι που με στενοχώρησε πολύ. Την εποχή που πήγαινα στην Αγγλία, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, μαγεύτηκα από το προχωρημένο θέατρό τους. Έπειτα από χρόνια, ένας παραγωγός ανέβασε στην Ελλάδα το West Side Story, το οποίο δεν σημείωσε επιτυχία, διότι το κοινό δεν ήταν εξοικειωμένο μ’ αυτό το είδος. Ακολούθως, μου πρότεινε να κάνουμε μια επιθεώρηση και αμέσως μετά θα μου ανέθετε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο έργο «Ο Βιολιστής στη Στέγη», ένα έργο που είχα δει στο εξωτερικό και το είχα λατρέψει. Οι συνθήκες όμως της επιθεώρησης δεν μου άρεσαν και έτσι είπα «όχι». Ήταν επιπόλαια απάντηση που είχε ως αποτέλεσμα να χάσω στην πορεία τον ρόλο του «Βιολιστή». Τον υποδύθηκε όμως, ο Γρηγόρης Βαλτινός και μάλιστα με εξαιρετικό τρόπο. Έτσι, έχασα ένα έργο και έναν ρόλο που ήταν εκπληκτικά.
Πληροφορίες για την παράσταση «Κάθε Πέμπτη κύριε Γκρην»
Ο κύριος Γκρην, ένας μοναχικός Νεοϋορκέζος, έχει αποτραβηχτεί από τη ζωή μετά τον θάνατο της γυναίκας του και ζει απομονωμένος στο διαμέρισμά του στο Μανχάταν. Εκεί δέχεται, κάθε Πέμπτη, τις επισκέψεις ενός νεαρού άνδρα, του Ρος, που εργάζεται σε μια μεγάλη πολυεθνική εταιρεία. Αυτό που ξεκινά ως μια τυπική υποχρέωση εξελίσσεται σταδιακά σε μια σχέση που θα αλλάξει για πάντα και τους δύο. Η απρόσμενη αυτή συνάντηση θα τους σύρει έξω από τη ζώνη ασφαλείας τους, θα κλονίσει τις βεβαιότητές τους, θα απαλύνει τις άμυνες και τα «αγκάθια» τους. Ο ηλικιωμένος Γκρην και ο νεαρός Ρος θα διανύσουν ολόκληρη την ανθρώπινη διαδρομή: από το ξεκαρδιστικό γέλιο έως τα πιο λυτρωτικά δάκρυα συγκίνησης. Μαζί θα καταργήσουν την απόσταση που τους χωρίζει και θα γίνουν, με έναν τρόπο βαθύ και αμετάκλητο, συγγενείς.
Ένα θεατρικό έργο – ύμνος στη διαφορετικότητα, που έχει παρουσιαστεί σε περισσότερες από 50 χώρες και έχει αποσπάσει πολλαπλά θεατρικά βραβεία. Μια σύγχρονη ιστορία που προτείνει την ανθρώπινη τρυφερότητα ως ουσιαστικό όπλο αντίστασης στις θηριωδίες του παρελθόντος και στις αγκυλώσεις του παρόντος. Δύο μοναξιές που συναντιούνται για να βγουν μαζί από το καβούκι τους… προς το φως.
Παίζουν: Γιώργος Κωνσταντίνου και Ορέστης Τζιόβας
Θέατρο: Altera Pars (Μεγ. Αλεξάνδρου 123, Κεραμεικός)


