Νέα μέτρα για τη στήριξη των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων προανήγγειλε ο αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Νίκος Παπαθανάσης, αναφερόμενος μεταξύ άλλων στο πετρέλαιο θέρμανσης, την ενεργειακή κρίση, το «Σπίτι μου 3» και τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Όπως ανέφερε, οι αποφάσεις για το πετρέλαιο θέρμανσης αναμένεται να ανακοινωθούν έως το τέλος Σεπτεμβρίου, με την κυβέρνηση να παρακολουθεί παράλληλα την πορεία των διεθνών τιμών του πετρελαίου. Σύμφωνα με τον ίδιο, η διακύμανση στις διεθνείς αγορές παραμένει σημαντικός παράγοντας για τις επόμενες κινήσεις.
Ο κ. Παπαθανάσης αναφέρθηκε και στο ενδεχόμενο μιας νέας ευρωπαϊκής ρήτρας διαφυγής, η οποία θα μπορούσε να δημιουργήσει επιπλέον δημοσιονομικό χώρο για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της ενεργειακής κρίσης. Όπως σημείωσε, εφόσον υπάρξει σχετική ευρωπαϊκή απόφαση, η Ελλάδα θα αξιοποιήσει τα περιθώρια που θα προκύψουν.
Η συζήτηση για τον ΕΦΚ στα καύσιμα
Σχετικά με την πρόταση για μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα, ο αναπληρωτής υπουργός υποστήριξε ότι μια μείωση κατά 50% θα είχε σημαντικό δημοσιονομικό κόστος.
Όπως ανέφερε, τα έσοδα από τον ΕΦΚ ανέρχονται περίπου σε 4 δισ. ευρώ, συνεπώς μια μείωση στο μισό θα δημιουργούσε, σύμφωνα με τον ίδιο, δημοσιονομικό κενό περίπου 2 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στις παρεμβάσεις που έχουν ήδη γίνει στην αγορά καυσίμων, όπως η στήριξη στην αντλία για το ντίζελ και οι κινήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί από τα διυλιστήρια.
«Σπίτι μου 3»: Αλλαγές στα κριτήρια
Στο μέτωπο της στέγασης, ο κ. Παπαθανάσης παρουσίασε τον σχεδιασμό για το νέο πρόγραμμα «Σπίτι μου 3», το οποίο εκτιμάται ότι θα μπορούσε να αφορά περίπου 15.000 οικογένειες.
Μεταξύ των αλλαγών που εξετάζονται είναι η αύξηση του ηλικιακού ορίου στα 55 έτη, η αύξηση της μέγιστης αξίας του ακινήτου από 250.000 σε 400.000 ευρώ και η αύξηση του ανώτατου ποσού του δανείου από 190.000 σε 230.000 ευρώ.
Παράλληλα, διευρύνονται τα εισοδηματικά κριτήρια, ενώ προβλέπεται να είναι επιλέξιμες κατοικίες με οικοδομική άδεια έως το 2007.
Έως 95% η επιδότηση για ανακαινίσεις
Σημαντική θέση στον σχεδιασμό καταλαμβάνουν και τα προγράμματα ανακαίνισης κατοικιών. Ο συνολικός προϋπολογισμός ανέρχεται σε 500 εκατ. ευρώ, ενώ η επιδότηση μπορεί να φτάσει έως το 95% των επιλέξιμων δαπανών, με ανώτατο ποσό τις 36.000 ευρώ.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις κλειστές κατοικίες, με στόχο να επιστρέψουν στην αγορά και να αυξηθεί η διαθέσιμη προσφορά κατοικιών.
Οι εργασίες που μπορούν να χρηματοδοτηθούν δεν περιορίζονται στην ενεργειακή αναβάθμιση, αλλά περιλαμβάνουν και παρεμβάσεις γενικής ανακαίνισης, όπως αλλαγές σε κουζίνα, μπάνιο και δάπεδα.
Νέο πρόγραμμα 5 δισ. ευρώ για μικρομεσαίες επιχειρήσεις
Παράλληλα, ο αναπληρωτής υπουργός ανακοίνωσε νέο χρηματοδοτικό πρόγραμμα ύψους 5 δισ. ευρώ για μικρομεσαίες επιχειρήσεις, το οποίο σχεδιάζεται να ενεργοποιηθεί προς τα τέλη Δεκεμβρίου μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας.
Το πρόγραμμα θα αξιοποιεί πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και, σύμφωνα με τον σχεδιασμό, θα παρέχει τη δυνατότητα πρόσβασης σε χρηματοδότηση με ιδιαίτερα χαμηλό επιτόκιο ή σε δάνεια με εγγύηση του Δημοσίου σε ποσοστό έως 80%.
Επιπλέον, αναμένονται νέα προγράμματα μέσω ΕΣΠΑ για επενδύσεις που σχετίζονται με την παραγωγική και τεχνολογική αυτονομία της Ευρώπης.
Οι διαθέσιμοι ευρωπαϊκοί πόροι
Αναφερόμενος στην επόμενη ημέρα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης, ο κ. Παπαθανάσης έκανε λόγο για σημαντικούς διαθέσιμους πόρους από διαφορετικές ευρωπαϊκές πηγές.
Για την περίοδο 2026-2030, το εθνικό σκέλος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων αναμένεται, σύμφωνα με όσα ανέφερε, να φτάσει τα 23 δισ. ευρώ. Παράλληλα, οι πόροι από το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο και το Ταμείο Εκσυγχρονισμού υπολογίζονται συνολικά σε περίπου 7 δισ. ευρώ.
Για τη νέα προγραμματική περίοδο 2028-2034, ανέφερε ότι οι πόροι που αφορούν την Ελλάδα υπολογίζονται σε 49,5 δισ. ευρώ, με τις σχετικές διαπραγματεύσεις να αναμένεται να ολοκληρωθούν το δεύτερο εξάμηνο του 2027.
Στο επίκεντρο το διαθέσιμο εισόδημα
Ο αναπληρωτής υπουργός έθεσε ως βασικό στόχο την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, μέσω της αύξησης της απασχόλησης, της φορολογικής πολιτικής και της αύξησης των αποδοχών.
Παράλληλα, επανέλαβε τον στόχο για κατώτατο μισθό στα 1.000 ευρώ, ενώ σημείωσε ότι η πορεία των μισθών στον ιδιωτικό τομέα συνδέεται με τις συνθήκες στην οικονομία και την αγορά εργασίας.
Σε ό,τι αφορά τον προϋπολογισμό του 2027, υπογράμμισε ότι ο σχεδιασμός γίνεται σε ένα περιβάλλον διεθνούς αβεβαιότητας, με την κυβέρνηση να εξετάζει τις διαθέσιμες δημοσιονομικές δυνατότητες για τη λήψη νέων μέτρων στήριξης.


