Της Δρ. Κωνσταντίνας Γώγουλου Διδ

Η διεθνής γεωπολιτική εισέρχεται σε μια περίοδο αναδιάρθρωσης της ενεργειακής ισχύος. Ενώ κατά τον προηγούμενο αιώνα οι αγωγοί πετρελαίου και φυσικού αερίου αποτελούσαν χαρακτηριστικά εργαλεία ενεργειακής διασύνδεσης, η επιτάχυνση της ηλεκτροδότησης και η ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αναδεικνύουν τα διασυνοριακά ηλεκτρικά δίκτυα σε υποδομές ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας.
Τα υποθαλάσσια ηλεκτρικά καλώδια δεν αποτελούν πλέον αποκλειστικά τεχνικά έργα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Συνδέονται με την ασφάλεια εφοδιασμού, την ενοποίηση των ενεργειακών αγορών και τη δυνατότητα περιορισμού της ενεργειακής απομόνωσης ορισμένων γεωγραφικών περιοχών.
Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί ο Great Sea Interconnector, η σχεδιαζόμενη ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας και Κύπρου, με προοπτική επέκτασης προς το Ισραήλ. Το έργο αναγνωρίζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως Έργο Κοινού Ενδιαφέροντος και αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στη σύνδεση της κυπριακής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με το ευρωπαϊκό διασυνδεδεμένο σύστημα.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αναγνωρίσει τη στρατηγική σημασία του εγχειρήματος, το οποίο έχει λάβει έγκριση ευρωπαϊκής χρηματοδοτικής συνδρομής ύψους 657 εκατομμυρίων ευρώ μέσω του μηχανισμού «Συνδέοντας την Ευρώπη». Η χρηματοδοτική αυτή δέσμευση καταδεικνύει τη σημασία που αποδίδει η Ευρωπαϊκή Ένωση στη διασυνοριακή ενεργειακή συνδεσιμότητα.
Ωστόσο, η πολιτική και χρηματοδοτική στήριξη δεν ταυτίζεται με την ολοκλήρωση ενός έργου. Η κατασκευή υποθαλάσσιων διασυνδέσεων προϋποθέτει τεχνική αξιολόγηση, εξασφάλιση οικονομικής βιωσιμότητας, κατάλληλο κανονιστικό πλαίσιο και συντονισμό μεταξύ των εμπλεκομένων κρατών.
Η γεωπολιτική διάσταση του Great Sea Interconnector αναδεικνύεται ιδιαίτερα μέσα από τις περιφερειακές διαφωνίες σχετικά με θαλάσσιες ζώνες και δραστηριότητες ερευνών. Οι διαφωνίες αυτές καθιστούν αναγκαία την ακριβή διάκριση ανάμεσα στις πολιτικές διεκδικήσεις και στα δικαιώματα που προβλέπει το διεθνές δίκαιο.
Ειδικότερα, το άρθρο 79 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει το δικαίωμα των κρατών να τοποθετούν υποθαλάσσια καλώδια στην υφαλοκρηπίδα, υπό τους όρους που καθορίζει η Σύμβαση. Το συγκεκριμένο δικαίωμα πρέπει να διακρίνεται από τους ειδικότερους κανόνες που ισχύουν για τους υποθαλάσσιους αγωγούς και από τις αρμοδιότητες του παράκτιου κράτους στην αιγιαλίτιδα ζώνη του.
Η διάκριση αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο νομικό ενδιαφέρον, διότι η άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων επί της υφαλοκρηπίδας δεν ισοδυναμεί με πλήρη εδαφική κυριαρχία επί της θαλάσσιας περιοχής. Η αξιολόγηση τυχόν αντιπαραθέσεων απαιτεί συνεπώς εξέταση του εφαρμοστέου δικαίου και των συγκεκριμένων περιστάσεων.
Από τη σκοπιά της Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις δημιουργούν νέες σχέσεις αλληλεξάρτησης. Η δυνατότητα διασυνοριακής ανταλλαγής ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να περιορίσει ορισμένες ενεργειακές ευπάθειες, ενισχύοντας παράλληλα την αλληλεπίδραση των εθνικών αγορών.
Η αλληλεξάρτηση αυτή, ωστόσο, δεν στερείται κινδύνων. Οι κρίσιμες υποδομές ενδέχεται να εκτεθούν σε φυσικές καταστροφές, τεχνικές αστοχίες, κυβερνοεπιθέσεις ή σκόπιμες ενέργειες διατάραξης. Κατά συνέπεια, η κατασκευή νέων δικτύων πρέπει να συνοδεύεται από μηχανισμούς προστασίας, εφεδρείας και αποτελεσματικής διαχείρισης κρίσεων.
Παράλληλα, η στρατηγική αυτονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως ενεργειακή αυτάρκεια. Αντιθέτως, προϋποθέτει διαφοροποίηση επιλογών, ενίσχυση της ανθεκτικότητας και περιορισμό της εξάρτησης από μεμονωμένες ευάλωτες υποδομές ή προμηθευτές.
Για την Ελλάδα και την Κύπρο, ο Great Sea Interconnector αποτελεί ένα εγχείρημα με δυνητικά σημαντικές ενεργειακές και οικονομικές προεκτάσεις. Η πραγματική του συμβολή θα εξαρτηθεί από την ολοκλήρωση, τη βιωσιμότητα και την ασφαλή λειτουργία του, και όχι αποκλειστικά από τη γεωπολιτική του προβολή.
Η ενεργειακή μετάβαση δεν καταργεί την παραδοσιακή γεωπολιτική. Αναδιαμορφώνει τις υποδομές, τις εξαρτήσεις και τα πεδία μέσα από τα οποία αυτή εκδηλώνεται.
Στον αναδυόμενο διεθνή ενεργειακό χάρτη, η ισχύς δεν θα συνδέεται μόνο με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και με την ικανότητα εξασφάλισης σταθερών, ασφαλών και οικονομικά βιώσιμων διασυνδέσεων.
Το ουσιαστικό γεωπολιτικό διακύβευμα δεν είναι απλώς η κατασκευή περισσότερων δικτύων, αλλά η διαμόρφωση ενός συστήματος ενεργειακής αλληλεξάρτησης που θα ενισχύει την ασφάλεια, την ανθεκτικότητα και τη συνεργασία των κρατών.


