Του Κυριάκου Κουζούμη

Μετά τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, η συζήτηση για την οικονομία μεταφέρεται αναπόφευκτα από τις εξαγγελίες στην εφαρμογή. Και εκεί τα πράγματα γίνονται πιο δύσκολα. Οι πόροι μπορεί να έχουν εξασφαλιστεί, τα προγράμματα να έχουν σχεδιαστεί και οι προτεραιότητες να έχουν τεθεί. Για τον πολίτη όμως το τελικό κριτήριο είναι πολύ πιο απλό: ποιο έργο έγινε, ποια επένδυση προχώρησε, ποια επιχείρηση χρηματοδοτήθηκε και τι άλλαξε τελικά στην περιοχή όπου ζει.
Στη συγκεκριμένη φάση σημαντικό μέρος της ευθύνης περνά από το χαρτοφυλάκιο του Αναπληρωτή Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Νίκου Παπαθανάση, ο οποίος έχει την αρμοδιότητα για κρίσιμα εργαλεία της αναπτυξιακής πολιτικής και των δημοσίων επενδύσεων. Η περίοδος έως το 2030 είναι ιδιαίτερα απαιτητική. Το Ταμείο Ανάκαμψης βρίσκεται στην τελική του ευθεία και παράλληλα το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030 έχει ήδη περάσει στη φάση εφαρμογής. Το ζητούμενο είναι η μετάβαση από τη μία περίοδο στην άλλη να γίνει χωρίς να χαθεί επενδυτική ταχύτητα.
ΤΟ ΝΕΟ ΕΠΑ ΕΧΕΙ ΗΔΗ ΜΠΕΙ ΣΕ ΚΙΝΗΣΗ
Το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030 είναι ένα από τα βασικά εργαλεία της επόμενης
ημέρας. Για τη νέα περίοδο προβλέπονται 17,1 δισ. ευρώ, ενώ προστίθενται 5,8 δισ. ευρώ για την ολοκλήρωση υποχρεώσεων της προηγούμενης προγραμματικής περιόδου. Συνολικά κινητοποιούνται 23 δισ. ευρώ εθνικών πόρων. Δεν πρόκειται για έναν ενιαίο λογαριασμό που θα δαπανηθεί μονομιάς. Τα ποσά αφορούν τη νέα περίοδο και την ολοκλήρωση υποχρεώσεων της προηγούμενης, και μαζί διαμορφώνουν το χρηματοδοτικό πλαίσιο της επόμενης φάσης.
Το ΕΠΑ καλύπτει υποδομές, σχολεία και νοσοκομεία, έργα ύδρευσης, ψηφιακές υπηρεσίες, τεχνητή νοημοσύνη και καινοτομία, επιχειρηματικότητα, βιομηχανία και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αλλά και παρεμβάσεις για τη στέγαση, το δημογραφικό, την πράσινη μετάβαση και την ενεργειακή ανθεκτικότητα.
Για μια οικογένεια, έναν επαγγελματία ή μια τοπική κοινωνία, όμως, η ανάπτυξη δεν είναι ένας αριθμός σε έναν προϋπολογισμό. Είναι το έργο που τελικά γίνεται και η αλλαγή που μπορεί να δει ο πολίτης στη ζωή του.
Το νέο πρόγραμμα έχει ήδη αρχίσει να μεταφράζεται σε συγκεκριμένες αποφάσεις. Ενδεικτικά, τον Ιούνιο κατανεμήθηκαν περίπου 143 εκατ. ευρώ για τη στήριξη δήμων και φορέων τοπικής αυτοδιοίκησης σε περιοχές που επλήγησαν από φυσικές καταστροφές.
16,7 ΔΙΣ. ΕΥΡΩ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΤΟ 2026
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η πορεία του Αναπτυξιακού Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.
Το 2019 οι διαθέσιμοι πόροι για δημόσιες επενδύσεις ήταν 5,6 δισ. ευρώ. Το 2025 έφτασαν τα 14,6 δισ. ευρώ και για το 2026 ανέρχονται στο ύψος-ρεκόρ των 16,7 δισ. ευρώ. Ο αριθμός είναι σημαντικός. Ακόμη σημαντικότερο, όμως, είναι ότι το πρόγραμμα του 2025
εκτελέστηκε πλήρως, με συνολική δαπάνη 14,6 δισ. ευρώ. Εδώ βρίσκεται ένα από τα ουσιαστικότερα μέρη της δουλειάς στο συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο. Δεν αρκεί να υπάρχουν διαθέσιμα χρήματα. Τα έργα πρέπει να ωριμάζουν, να περνούν από τις απαραίτητες διαδικασίες, να χρηματοδοτούνται στην ώρα τους και να ολοκληρώνονται. Η διαχείριση αυτής της αλυσίδας είναι λιγότερο θεαματική από μια μεγάλη ανακοίνωση, αλλά πολύ
πιο κρίσιμη για το τελικό αποτέλεσμα.
ΤΟ ΕΣΠΑ ΑΛΛΑΖΕΙ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ
Παράλληλα συνεχίζεται η υλοποίηση του ΕΣΠΑ 2021-2027, ενός βασικού ευρωπαϊκού πυλώνα χρηματοδότησης για την ελληνική οικονομία και τις περιφέρειες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η ενδιάμεση αναθεώρηση που ολοκληρώθηκε μέσα στο 2026. Η Ελλάδα εξασφάλισε την ανακατεύθυνση 2,13 δισ. ευρώ προς νέες ή ενισχυμένες προτεραιότητες, μεταξύ των οποίων η προσιτή στέγαση, η διαχείριση των υδάτινων πόρων, οι κρίσιμες τεχνολογίες, η ενεργειακή μετάβαση και η πολιτική ετοιμότητα.
Παράλληλα, διασφαλίστηκε παράταση της επιλεξιμότητας δαπανών έως το 2030 και επιπλέον προκαταβολές ύψους 650 εκατ. ευρώ. Η εξέλιξη έχει σημασία γιατί οι ανάγκες δεν μένουν στατικές. Οι διαθέσιμοι πόροι πρέπει να μπορούν να ακολουθούν τις πραγματικές προτεραιότητες της οικονομίας και της κοινωνίας. Το στεγαστικό είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα: ένα πρόβλημα που πριν από λίγα χρόνια αντιμετωπιζόταν κυρίως ως ζήτημα κοινωνικής πολιτικής βρίσκεται πλέον στον πυρήνα της ευρωπαϊκής χρηματοδοτικής συζήτησης.
ΤΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΑΚΑΜΨΗΣ ΣΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ ΕΥΘΕΙΑ
Το 2026 είναι ταυτόχρονα η χρονιά κατά την οποία ολοκληρώνεται ο μεγάλος κύκλος του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Στις 31 Αυγούστου 2026 ολοκληρώθηκε η διαδικασία υλοποίησης του φυσικού αντικειμένου των έργων, επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων που συνδέονται με τα ορόσημα και τους στόχους του τελικού ελληνικού αιτήματος εκταμίευσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ταμείο έχει ήδη κλείσει τυπικά. Σημαίνει ότι ολοκληρώθηκε η υλοποίηση του φυσικού αντικειμένου που συνδέεται με τα ορόσημα και τους στόχους του τελικού αιτήματος. Νωρίτερα μέσα στη χρονιά είχε ολοκληρωθεί με 100% απορρόφηση το δανειακό σκέλος του Ταμείου. Το ερώτημα, λοιπόν, μετατοπίζεται: όχι μόνο πώς ολοκληρώνεται το «Ελλάδα 2.0», αλλά πώς συνεχίζεται η επενδυτική προσπάθεια μετά από αυτό. Και εδώ το ΕΠΑ, το ΕΣΠΑ και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
ΤΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΚΟΜΜΑΤΙ ΑΡΧΙΖΕΙ ΤΩΡΑ
Για τον Νίκο Παπαθανάση, η νέα περίοδος έχει ίσως μεγαλύτερη δυσκολία από την προηγούμενη. Καθώς ο έκτακτος κύκλος του Ταμείου Ανάκαμψης πλησιάζει στο τέλος του, χρειάζεται συνέχεια, ιεράρχηση και μεγαλύτερη πειθαρχία στην επιλογή και την εκτέλεση των έργων. Εδώ θα κριθούν στην πράξη τέσσερα στοιχεία που έχουν σημασία σε ένα τέτοιο χαρτοφυλάκιο: η ικανότητα στη διαχείριση, η βούληση να τηρηθούν τα χρονοδιαγράμματα, η αξιοπιστία απέναντι στους θεσμούς και η αποτελεσματικότητα στην εκτέλεση.
Υπάρχουν ήδη στοιχεία που συνθέτουν έναν θετικό απολογισμό: η πλήρης εκτέλεση του
Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων το 2025, η αύξηση των διαθέσιμων πόρων το 2026, η
ενεργοποίηση του νέου ΕΠΑ και η αναθεώρηση του ΕΣΠΑ.
Δεν αποτελούν, όμως, λευκή επιταγή για το μέλλον. Αντίθετα, ανεβάζουν τον πήχη.
Κάθε νέο πρόγραμμα, κάθε χρηματοδότηση και κάθε ένταξη έργου δημιουργεί πλέον και μια
υποχρέωση: να υπάρξει αποτέλεσμα μέσα σε εύλογο χρόνο.
ΟΙ ΑΡΙΘΜΟΙ ΑΠΟΚΤΟΥΝ ΝΟΗΜΑ ΟΤΑΝ ΦΤΑΝΟΥΝ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ
Η συζήτηση για την ανάπτυξη συχνά εγκλωβίζεται στα δισεκατομμύρια. Για τον πολίτη, όμως, ένα δισεκατομμύριο είναι ένας αριθμός που δύσκολα μεταφράζεται στην καθημερινότητά του. Καταλαβαίνει πολύ καλύτερα έναν δρόμο που ολοκληρώθηκε. Ένα σχολείο που αναβαθμίστηκε. Μια μικρή επιχείρηση που βρήκε χρηματοδότηση. Ένα έργο νερού που σταμάτησε να καθυστερεί. Μια επένδυση που δημιούργησε δουλειές σε μια περιοχή που τις είχε ανάγκη. Αυτό είναι τελικά και το πραγματικό μέτρο της αναπτυξιακής πολιτικής. Όχι πόσο εντυπωσιακός είναι ο συνολικός αριθμός που παρουσιάζεται, αλλά πόσο από αυτόν μετατρέπεται σε κάτι χειροπιαστό.
Η Ελλάδα έχει μπροστά της σημαντικούς διαθέσιμους πόρους και εργαλεία μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Η μάχη έως το 2030 θα κριθεί στο αν αυτά που σήμερα βρίσκονται στους
προϋπολογισμούς θα βρίσκονται αύριο γύρω μας.


