Έντονες αντιδράσεις έχει προκαλέσει στο Ισραήλ η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν, με πολιτικούς και αναλυτές από διαφορετικούς χώρους να εκφράζουν φόβους ότι δεν αντιμετωπίζονται οι βασικές απειλές ασφαλείας που αποδίδονται στην Τεχεράνη.
Ο χαρακτηριστικός τίτλος της κυριακάτικης έκδοσης της εφημερίδας «Yediot Aharonot» αποτύπωσε το κλίμα που επικρατεί στη χώρα: «Κακή συμφωνία».
Το Ισραήλ είχε εμπλακεί σε δύο πολέμους με το Ιράν τον τελευταίο χρόνο, με την πιο πρόσφατη στρατιωτική επιχείρηση να ξεκινά στα τέλη Φεβρουαρίου μαζί με αμερικανική συμμετοχή. Ωστόσο, στις συνομιλίες της κυβέρνησης Τραμπ με την Τεχεράνη δεν είχε άμεση συμμετοχή, γεγονός που ενίσχυσε την αίσθηση ότι μένει εκτός των εξελίξεων.
Ακόμη και πριν ανακοινωθεί επίσημα η συμφωνία, οι πληροφορίες που είχαν δημοσιοποιηθεί είχαν προκαλέσει αντιδράσεις στο Ισραήλ, καθώς αρκετοί υποστήριξαν ότι δεν περιλαμβάνονται ζητήματα που θεωρούνται κρίσιμα για την εθνική ασφάλεια.
Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, το Ιράν θα προχωρήσει στο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, μιας από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς για την παγκόσμια οικονομία, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες θα χαλαρώσουν ορισμένα μέτρα πίεσης απέναντι στην Τεχεράνη. Η υφιστάμενη εκεχειρία θα παραταθεί για 60 ημέρες, διάστημα κατά το οποίο αναμένεται να πραγματοποιηθούν νέες διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και τις κυρώσεις.
Για πολλούς στο Ισραήλ, όμως, η εξέλιξη αυτή απέχει σημαντικά από τους στόχους που είχαν τεθεί όταν ξεκίνησαν οι επιχειρήσεις.
Ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου είχε δηλώσει ότι βασική επιδίωξη ήταν «η εξάλειψη των υπαρξιακών απειλών» για το Ισραήλ, με αιχμή το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, τους βαλλιστικούς πυραύλους και την περιφερειακή επιρροή της Τεχεράνης μέσω συμμαχικών οργανώσεων.
Παράλληλα, ισραηλινές θέσεις είχαν ζητήσει περιορισμό της υποστήριξης του Ιράν προς οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ στον Λίβανο, οι Χούθι στην Υεμένη και η Χαμάς στη Γάζα.
Ισραηλινοί αναλυτές εξέφρασαν ανησυχία ότι σημαντικά ζητήματα δεν φαίνεται να αποτελούν μέρος της συμφωνίας.
Ο Τζέικομπ Νάγκελ, πρώην αναπληρωτής σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Νετανιάχου, ανέφερε ότι «ο πρόεδρος Τραμπ θα κηρύξει νίκη, μια ολοκληρωτική νίκη», σημειώνοντας ωστόσο ότι οι βαλλιστικοί πύραυλοι και η στήριξη περιφερειακών συμμάχων του Ιράν δεν εμφανίζονται ως βασικά σημεία των συζητήσεων.
Ακόμη πιο σκληρή ήταν η κριτική από πολιτικούς αντιπάλους του Ισραηλινού πρωθυπουργού.
Ο πρώην υπουργός Άμυνας Αβιγκντόρ Λίμπερμαν χαρακτήρισε την εξέλιξη «καταστροφή από την οπτική του Ισραήλ».
Ο επικεφαλής της αντιπολίτευσης Γιαΐρ Λαπίντ δήλωσε ότι ελπίζει οι πληροφορίες για τη συμφωνία να μην επιβεβαιωθούν, προσθέτοντας ότι αν ισχύουν, πρόκειται για «μία από τις πιο συγκλονιστικές αποτυχίες της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας του Ισραήλ».
Η πρώτη επίσημη αντίδραση από κυβερνητικό στέλεχος ήρθε από τον υπουργό Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, ο οποίος επιτέθηκε στη συμφωνία.
«Η συμφωνία του (Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ) Τραμπ δεν μας δεσμεύει (…) δεν είμαστε μέρη αυτής της συμφωνίας. Δεν εγγυάται την ασφάλειά μας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Πρόσθεσε ακόμη ότι «Δεν θα πρέπει να συμβιβαστούμε με τίποτε λιγότερο από την εξάρθρωση της Χεζμπολάχ» και τάχθηκε κατά οποιασδήποτε υποχώρησης στα μέτωπα που θεωρεί κρίσιμα το Ισραήλ.
Ο Νετανιάχου από την πλευρά του επανέλαβε ότι «Όσο είμαι πρωθυπουργός του Ισραήλ, το Ιράν δεν θα έχει πυρηνικά όπλα. Ο πρόεδρος Τραμπ και εγώ συμφωνούμε απόλυτα σε αυτό το θέμα».
Ωστόσο, δεν έκανε αναφορά στους βαλλιστικούς πυραύλους ή στις οργανώσεις που υποστηρίζει η Τεχεράνη στην περιοχή.
Στο Ισραήλ εκφράζονται επίσης ανησυχίες ότι η συμφωνία δεν προβλέπει σαφείς περιορισμούς στα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου, ούτε αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου του πυρηνικού προγράμματος.
Παράλληλα, επικριτές της συμφωνίας υποστηρίζουν ότι η χαλάρωση της πίεσης προς το Ιράν μπορεί να ενισχύσει οικονομικά την Τεχεράνη, αντί να οδηγήσει σε αλλαγή πολιτικής.
Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από τις εξελίξεις στον Λίβανο, όπου το Ισραήλ θεωρεί τη Χεζμπολάχ άμεση απειλή στα βόρεια σύνορά του.
Με τις ισραηλινές εκλογές να πλησιάζουν, ο Νετανιάχου βρίσκεται αντιμέτωπος με ισχυρές πιέσεις τόσο από το εσωτερικό της κυβέρνησής του όσο και από την αντιπολίτευση, ενώ παράλληλα αποφεύγει μια ανοιχτή σύγκρουση με τον Τραμπ, έχοντας επενδύσει πολιτικά στη στενή σχέση τους.