Του Σωτήρη Σκουλούδη

Η ενεργειακή αστάθεια στο Ιράν, μια χώρα με κομβικό ρόλο στις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, δεν αφορά μόνο την καθημερινότητα των Ιρανών πολιτών. Κάθε νέα ένταση στη Μέση Ανατολή, κάθε πρόβλημα στην παραγωγή ή τη διάθεση καυσίμων και κάθε αναταραχή γύρω από τις ενεργειακές υποδομές μπορεί να επηρεάσει τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου και, τελικά, το κόστος μετακίνησης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε όλο τον κόσμο.
Η Ελλάδα, ως χώρα που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενα καύσιμα, είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στις διεθνείς διακυμάνσεις. Η άνοδος της τιμής της βενζίνης στα ελληνικά πρατήρια δεν καθορίζεται μόνο από την εγχώρια φορολογία και τα περιθώρια της αγοράς, αλλά και από τις γεωπολιτικές εξελίξεις, την πορεία του αργού πετρελαίου και την αβεβαιότητα που προκαλούν κρίσεις στη Μέση Ανατολή.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η κρίση βενζίνης που καταγράφεται στο Ιράν αποκτά ευρύτερη σημασία. Δεν αποτελεί μόνο ένδειξη των εσωτερικών αδυναμιών της ιρανικής οικονομίας και των πιέσεων που δέχεται η κοινωνία, αλλά υπενθυμίζει πόσο στενά συνδέεται η πολιτική αστάθεια σε μια πετρελαιοπαραγωγό χώρα με την ενεργειακή ασφάλεια και το κόστος ζωής στην Ευρώπη και στην Ελλάδα.
Ο Abdi Salimi, μέλος της Ιρανικής Αντίστασης, μιλάει στους Attica Times και αναλύει το πώς η ενεργειακή κρίση συνδέεται, κατά την εκτίμησή του, με τη δομή εξουσίας της Ισλαμικής Δημοκρατίας, τις επιλογές της εξωτερικής πολιτικής, τον ρόλο των μηχανισμών ασφαλείας και την αδυναμία μετατροπής του φυσικού πλούτου της χώρας σε σταθερή ανάπτυξη και ευημερία για την κοινωνία.

Attica Times: Γιατί το Ιράν αντιμετωπίζει σήμερα κρίση έλλειψης βενζίνης;
Abdi Salimi: Η κρίση της βενζίνης στο Ιράν δεν αποτελεί απλώς ένα τεχνικό ή οικονομικό πρόβλημα. Είναι μια σαφής ένδειξη μιας βαθύτερης κρίσης στον τρόπο με τον οποίο κυβερνάται η χώρα.
Μια χώρα με μερικά από τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου στον κόσμο, με διυλιστήρια, εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και μακρά ιστορία στον πετρελαϊκό τομέα, βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με ελλείψεις βενζίνης, κλείσιμο ορισμένων πρατηρίων και μεγάλες ουρές αυτοκινήτων. Από την Τεχεράνη και άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας καταγράφονται αναφορές για πολύωρες αναμονές, ακόμη και για προσωρινό κλείσιμο πρατηρίων λόγω ελλείψεων καυσίμων.
Το βασικό ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο γιατί το Ιράν έχει σήμερα έλλειψη βενζίνης. Είναι γιατί η πολιτική δομή της Ισλαμικής Δημοκρατίας, επί τέσσερις δεκαετίες, δεν κατάφερε να μετατρέψει τους τεράστιους πόρους της χώρας σε μια σταθερή, παραγωγική και ανθεκτική οικονομία.
Η απάντηση δεν μπορεί να αναζητηθεί αποκλειστικά στις κυρώσεις, στον πόλεμο ή στα εξωτερικά εμπόδια. Οι κυρώσεις, αναμφίβολα, έχουν επιδεινώσει την κρίση. Έχουν περιορίσει την πρόσβαση του Ιράν σε κεφάλαια, τεχνολογία, εξοπλισμό, ασφαλιστικές υπηρεσίες, τραπεζικό σύστημα και διεθνές εμπόριο. Παράλληλα, οι οικονομικές πιέσεις και οι περιορισμοί στις μεταφορές και στο εμπόριο καθιστούν δυσκολότερη την εξασφάλιση καυσίμων.
Ωστόσο, οι κυρώσεις δεν αρκούν για να εξηγήσουν το σύνολο της κρίσης, καθώς αποτελούν και οι ίδιες προϊόν της εξωτερικής πολιτικής της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Τέσσερις δεκαετίες αντιπαράθεσης με πολλές χώρες, η πυρηνική διαμάχη, το πυραυλικό πρόγραμμα, η περιφερειακή πολιτική και η υποστήριξη ένοπλων ομάδων που ευθυγραμμίζονται με την Τεχεράνη έχουν καταστήσει το Ιράν μία από τις πιο απομονωμένες οικονομίες στον κόσμο.
Το θεμελιώδες ερώτημα είναι γιατί η Ισλαμική Δημοκρατία δεν προχωρά σε ουσιαστικές αλλαγές στις πολιτικές που αποτελούν βασική πηγή εξωτερικής αντιπαράθεσης, ώστε να περιορίσει τις πιέσεις αυτές.
Ποια είναι η βασική προτεραιότητα της Ισλαμικής Δημοκρατίας: η επιβίωση του καθεστώτος ή η ανάπτυξη της χώρας;
Ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της πολιτικής οικονομίας της Ισλαμικής Δημοκρατίας είναι ότι η οικονομία έχει, σε μεγάλο βαθμό, υπαχθεί στις προτεραιότητες της πολιτικής και της ασφάλειας.
Μια κυβέρνηση που θεωρεί την επιβίωση της πολιτικής της δομής ως ύψιστη προτεραιότητα είναι φυσικό να οργανώνει τη διαχείριση των πόρων, τις αποφάσεις και την οικονομική πολιτική της με βάση αυτόν τον στόχο.
Το πρόβλημα δεν είναι κατ’ ανάγκη ότι η κυβέρνηση δεν γνωρίζει πως τα διυλιστήρια χρειάζονται εκσυγχρονισμό, ότι το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας απαιτεί επενδύσεις, ότι οι υδάτινοι πόροι χρειάζονται αποτελεσματικότερη διαχείριση ή ότι οι βιομηχανίες έχουν ανάγκη από τεχνολογία και κεφάλαια. Το πρόβλημα είναι βαθύτερο.
Σε ένα σύστημα όπου η πολιτική επιβίωση αποτελεί την ύψιστη προτεραιότητα, η παραγωγική και μακροπρόθεσμη ανάπτυξη δεν βρίσκεται κατ’ ανάγκη στην κορυφή της λίστας κατά την κατανομή των διαθέσιμων πόρων. Οι πόροι της χώρας κατανέμονται μεταξύ τρεχουσών δαπανών, μηχανισμών ασφαλείας και στρατιωτικών θεσμών, οικονομικών δικτύων που συνδέονται με την εξουσία, περιφερειακών πολιτικών και πλήθους παράλληλων θεσμών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο ρόλος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης. Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν μετατραπεί από στρατιωτική δύναμη σε ισχυρό πολιτικό, ασφαλιστικό και οικονομικό παράγοντα, με παρουσία σε τομείς όπως το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο, η ενέργεια, οι κατασκευές, οι τηλεπικοινωνίες, οι μεταφορές και τα μεγάλα κρατικά έργα.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην οικονομική τους δραστηριότητα. Γίνεται πολύ σοβαρότερο όταν η στρατιωτική, η ασφαλιστική, η πολιτική και η οικονομική ισχύς συνδέονται σε ένα ενιαίο δίκτυο. Σε μια τέτοια συνθήκη, η πολιτική ισχύς μετατρέπεται σε οικονομική πρόσβαση και η οικονομική πρόσβαση ενισχύει περαιτέρω την πολιτική ισχύ. Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία στην οποία η διαφάνεια, ο ανταγωνισμός, η λογοδοσία και η αποτελεσματική κατανομή των πόρων καθίστανται εξαιρετικά δύσκολες.
Γιατί δεν έγιναν επαρκείς επενδύσεις στα χρόνια υψηλών πετρελαϊκών εσόδων;
Το Ιράν έχει γνωρίσει περιόδους κατά τις οποίες τα πετρελαϊκά του έσοδα ήταν εξαιρετικά υψηλά. Παρ’ όλα αυτά, σημαντικό μέρος των υποδομών της χώρας είναι σήμερα παλαιωμένο, υποχρηματοδοτούμενο και χρειάζεται εκτεταμένες επενδύσεις και ανακατασκευή.
Αν το πρόβλημα ήταν αποκλειστικά οι κυρώσεις, τότε τίθεται ένα απλό ερώτημα: κατά τα χρόνια υψηλών πετρελαϊκών εσόδων, γιατί ο σταθερός εκσυγχρονισμός των διυλιστηρίων, των σταθμών ηλεκτροπαραγωγής, του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας, των υποδομών ύδρευσης, των σιδηροδρόμων και της βιομηχανίας δεν μετατράπηκε σε απόλυτη προτεραιότητα;
Η απάντηση βρίσκεται στην πολυεπίπεδη δομή της πολιτικής οικονομίας, όπου οι οικονομικές αποφάσεις δεν λαμβάνονται πάντοτε αποκλειστικά με βάση τη μακροπρόθεσμη οικονομική απόδοση.
Εδώ βρίσκεται και μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα σε ένα αναπτυξιακό κράτος και ένα κράτος ασφαλείας. Το αναπτυξιακό κράτος θέτει το ερώτημα πώς θα αυξήσει, μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες, την παραγωγή, την τεχνολογία, τις επενδύσεις και την ευημερία των πολιτών. Το κράτος ασφαλείας θέτει πρώτα ένα διαφορετικό ερώτημα: πώς θα διατηρήσει τη σταθερότητα και την επιβίωση της πολιτικής δομής.
Οι δύο στόχοι δεν είναι υποχρεωτικά ασύμβατοι. Όταν, όμως, η επιβίωση του καθεστώτος μετατρέπεται σε απόλυτη προτεραιότητα, η οικονομική ανάπτυξη μπορεί να θυσιαστεί προς όφελος της πολιτικής ασφάλειας.
Γιατί η Ισλαμική Δημοκρατία δεν μπορεί να συνεννοηθεί με τον κόσμο;
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της Ισλαμικής Δημοκρατίας είναι η αδυναμία —και σε ορισμένες περιπτώσεις η έλλειψη πολιτικής βούλησης— για μια μόνιμη επίλυση των αντιθέσεων με τον υπόλοιπο κόσμο.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην εξωτερική εχθρότητα. Η Ισλαμική Δημοκρατία βρίσκεται αντιμέτωπη και με βαθύτερες αντιθέσεις στο εσωτερικό της χώρας, ακόμη και με ένα μεγάλο μέρος της ιρανικής κοινωνίας.
Οι αναφορές για εντολές προς αξιωματούχους να μιλούν λιγότερο δημόσια για τα προβλήματα της χώρας, σε μια περίοδο εντεινόμενης οικονομικής και ενεργειακής κρίσης, αποτελούν ακόμη μία ένδειξη της ευαισθησίας της κυβέρνησης απέναντι στην ανάδειξη διαφωνιών και κυβερνητικών αδυναμιών.
Επομένως, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι η Ισλαμική Δημοκρατία δεν μπορεί να συνεννοηθεί με τον κόσμο. Το βαθύτερο ζήτημα είναι ότι ακόμη και εντός της ίδιας της δομής εξουσίας δεν φαίνεται να υπάρχει σταθερή συναίνεση για τον τρόπο αντιμετώπισης των σχέσεων με το εξωτερικό.
Ίσως ο βαθύτερος λόγος να βρίσκεται αλλού: η κυβέρνηση δυσκολεύεται να επιτύχει ακόμη και μια κατάσταση πολιτικής ειρήνης με τη δική της κοινωνία.
Είναι ο κύριος εχθρός του καθεστώτος εξωτερικός ή εσωτερικός;
Κατά τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, η Ισλαμική Δημοκρατία αποδίδει συστηματικά μεγάλο μέρος των προβλημάτων της στον εξωτερικό εχθρό. Υπάρχει όμως μια ιστορική πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί: σημαντικό μέρος της κρίσης νομιμοποίησης και της εσωτερικής δυσαρέσκειας είναι αποτέλεσμα των πολιτικών της ίδιας της κυβέρνησης.
Οι διαμαρτυρίες του 2017, του 2019, του 2022 και του 2025, καθεμία με διαφορετικά συνθήματα και διαφορετικό κοινωνικό και πολιτικό υπόβαθρο, έδειξαν ότι η δυσαρέσκεια στην ιρανική κοινωνία δεν είναι ένα παροδικό φαινόμενο.
Η κρίση της βενζίνης το 2019 είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η αύξηση της τιμής των καυσίμων μετατράπηκε, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες σε ολόκληρη τη χώρα.
Σήμερα, σε μια κοινωνία που δοκιμάζεται από τον πληθωρισμό, τη μείωση της αγοραστικής δύναμης, την κατάρρευση της αξίας του εθνικού νομίσματος, την ανεργία και τη διάβρωση της δημόσιας εμπιστοσύνης, κάθε νέα κρίση σε βασικά αγαθά μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο ευαίσθητη σε σχέση με το παρελθόν.
Ακόμη και αξιωματούχοι ασφαλείας της χώρας προειδοποιούν για τον κίνδυνο. Ο Αχμάντ-Ρεζά Ραντάν, διοικητής της αστυνομίας της Ισλαμικής Δημοκρατίας, στις 24 Αυγούστου προειδοποίησε ότι ο εχθρός επιχειρεί να αξιοποιήσει τα ζητήματα διαβίωσης, τη βενζίνη, την οικονομία και την ανεργία για να προκαλέσει αναταραχή, καλώντας τις αστυνομικές δυνάμεις να βρίσκονται σε ετοιμότητα.
Η δήλωση αυτή είναι σημαντική, διότι δείχνει ότι η ίδια η κυβέρνηση αναγνωρίζει πως μια οικονομική κρίση μπορεί να μετατραπεί σε κρίση ασφαλείας. Η ουρά για βενζίνη δεν είναι, επομένως, απλώς μια ουρά για βενζίνη. Για όσους περιμένουν επί ώρες για λίγα λίτρα καυσίμου, μπορεί να γίνει ακόμη ένα σύμβολο της αίσθησης ότι μια χώρα με τόσο μεγάλο πλούτο αδυνατεί να καλύψει ακόμη και τις στοιχειώδεις ανάγκες των πολιτών της.
Μπορεί η κρίση της βενζίνης να εξελιχθεί σε γενικευμένη εξέγερση;
Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα ότι η κρίση της βενζίνης θα οδηγήσει σε μια εκτεταμένη εξέγερση. Μπορεί, ωστόσο, να ειπωθεί ότι οι συνθήκες για τη μετατροπή μιας οικονομικής κρίσης σε κοινωνική κρίση είναι σήμερα πολύ πιο ευνοϊκές απ’ ό,τι σε μια κανονική περίοδο.
Μια κρίση γίνεται επικίνδυνη για την ίδια την ύπαρξη του καθεστώτος όταν διαφορετικές πιέσεις συσσωρεύονται η μία πάνω στην άλλη: βενζίνη, πληθωρισμός, κατάρρευση του εθνικού νομίσματος, ανεργία, νερό, ηλεκτρική ενέργεια, στέγαση και πολιτική δυσπιστία. Τότε, μια μικρή σπίθα μπορεί να εξελιχθεί σε πολύ μεγαλύτερη κοινωνική αναταραχή.
Οι αξιωματούχοι της Ισλαμικής Δημοκρατίας ανησυχούν ακριβώς γι’ αυτό. Υπάρχουν αναφορές για αύξηση των οικονομικών διαμαρτυριών, ανησυχία για επανάληψη προηγούμενων κινητοποιήσεων και προετοιμασία των δυνάμεων ασφαλείας για την αντιμετώπιση πιθανών αναταραχών.
Από την άλλη πλευρά, η διεύρυνση των διαφωνιών στην κορυφή της εξουσίας μπορεί να καταστήσει την κατάσταση ακόμη πιο κρίσιμη. Ένα μέρος του κυβερνητικού μηχανισμού φαίνεται να θεωρεί λύση τη μείωση των εντάσεων και τη διάσωση της οικονομίας, ενώ ένα άλλο επιμένει στην υφιστάμενη πολιτική.
Η συνύπαρξη αυτών των αντιθέσεων στην κορυφή της εξουσίας, μαζί με την οικονομική και δομική κρίση, μπορεί να επηρεάσει συνολικά τη στρατιωτική και ασφαλιστική δομή του καθεστώτος και να εξελιχθεί σε άμεσο κίνδυνο για το σύστημα.


