Της Δρ. Κωνσταντίνας Γώγουλου Διδ

Η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης επανέρχεται με αξιοσημείωτη σταθερότητα στον δημόσιο διάλογο ως πιθανός θεσμικός δρόμος για τη διευθέτηση των ελληνοτουρκικών διαφορών. Η διατύπωση, ωστόσο, του ερωτήματος «μας συμφέρει η Χάγη;» συσκοτίζει, αντί να φωτίζει, το πραγματικό νομικό πρόβλημα. Στη διεθνή δικαιοσύνη δεν αρκεί να γνωρίζει κανείς πού επιθυμεί να προσφύγει. Προηγείται ένα πολύ δυσκολότερο πλέγμα ερωτημάτων: ποια ακριβώς διαφορά θα υποβληθεί προς κρίση, ποια θα είναι η βάση δικαιοδοσίας, ποιο θα είναι το εφαρμοστέο δίκαιο, ποιο δικαιοδοτικό forum είναι πράγματι διαθέσιμο και, κυρίως, πόσο ευρύ θα είναι το αντικείμενο της παραπομπής.
Η αφετηρία είναι η ίδια η φύση της διεθνούς δικαιοδοσίας. Σε αντίθεση με την εσωτερική έννομη τάξη, το Διεθνές Δικαστήριο δεν διαθέτει γενική και αυτονόητη δικαιοδοσία επί όλων των διαφορών μεταξύ κρατών. Η δικαιοδοσία του στηρίζεται, κατ’ αρχήν, στη συναίνεση.
Η ελληνική εμπειρία του 1976 παραμένει εξαιρετικά διδακτική. Η Ελλάδα προσέφυγε μονομερώς κατά της Τουρκίας σχετικά με την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου. Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι υφίστατο πραγματική νομική διαφορά ως προς τα δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης και την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Δεν έφθασε, όμως, ποτέ στην κρίση επί της ουσίας της διαφοράς, στα λεγόμενα merits, διότι προηγουμένως έκρινε ότι δεν είχε θεμελιωθεί η απαιτούμενη δικαιοδοσία.
Γι’ αυτό ακριβώς μια ενδεχόμενη μελλοντική προσφυγή Ελλάδας και Τουρκίας θα απαιτούσε ειδική συμφωνία — το γνωστό συνυποσχετικό ή compromis. Και εδώ ίσως βρίσκεται το πλέον κρίσιμο σημείο ολόκληρης της συζήτησης. Το συνυποσχετικό δεν είναι ένα ουδέτερο διαδικαστικό έγγραφο. Είναι εκείνο που οριοθετεί την ίδια τη δικαιοδοτική εντολή του Δικαστηρίου.
Η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και αποκλειστικής οικονομικής ζώνης αποτελεί νομικά διαφορετικό αντικείμενο από τα χωρικά ύδατα, τον εναέριο χώρο, ζητήματα αποστρατιωτικοποίησης, κυριαρχίας ή τίτλων επί νησιωτικών σχηματισμών. Μία στενή παραπομπή αποκλειστικά για θαλάσσια οριοθέτηση δεν είναι ισοδύναμη με ένα ευρύτερο συνυποσχετικό που θα επέτρεπε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου περισσότερες αμφισβητήσεις.
Στο σημείο αυτό εντάσσεται και η ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα έννοια του forum shopping. Η σύγχρονη διεθνής έννομη τάξη δεν συγκροτείται από ένα ενιαίο δικαστήριο, αλλά από περισσότερους διεθνείς δικαιοδοτικούς και διαιτητικούς μηχανισμούς.
Η πραγματική έννοια του forum shopping είναι περισσότερο σύνθετη: αφορά τη στρατηγική αξιολόγηση της ratione materiae αρμοδιότητας του κάθε οργάνου, των προϋποθέσεων πρόσβασης, της προηγούμενης νομολογίας, του εφαρμοστέου δικαίου, της δυνατότητας λήψης προσωρινών μέτρων, αλλά και του εύρους της εξουσίας που ανατίθεται στον διεθνή δικαστή.
Το Διεθνές Δικαστήριο διαθέτει, πάντως, σημαντική εμπειρία στις θαλάσσιες οριοθετήσεις.
Σε πολλές πρόσφατες υποθέσεις το Δικαστήριο εξετάζει αρχικά μια προσωρινή γραμμή ίσης απόστασης, στη συνέχεια ερευνά εάν υπάρχουν σχετικές περιστάσεις που δικαιολογούν την προσαρμογή της και, τέλος, ελέγχει εάν το αποτέλεσμα προκαλεί εμφανή δυσαναλογία. Δεν πρόκειται για μηχανιστική αριθμητική, αλλά για προσπάθεια επίτευξης νομικά αιτιολογημένου και δίκαιου αποτελέσματος.
Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η θέση των νησιών.
Στον δημόσιο διάλογο συχνά συγχέονται δύο διαφορετικά νομικά ζητήματα: αφενός το δικαίωμα ενός νησιωτικού εδάφους να παράγει θαλάσσιες ζώνες και αφετέρου η επήρεια που θα του αποδοθεί κατά τη συγκεκριμένη οριοθέτηση.
Η διάκριση μεταξύ entitlement και επήρειας είναι ουσιώδης. Το πρώτο αφορά τον κατ’ αρχήν νομικό τίτλο σε θαλάσσιες ζώνες. Η δεύτερη αφορά το βάρος που θα έχει το συγκεκριμένο νησί κατά τη χάραξη της τελικής γραμμής οριοθέτησης έναντι των επικαλυπτόμενων αξιώσεων άλλου κράτους.
Η διεθνής νομολογία παρέχει χαρακτηριστικά παραδείγματα της διάκρισης αυτής. Στην υπόθεση Νικαράγουα κατά Κολομβίας, το Διεθνές Δικαστήριο αντιμετώπισε μικρούς νησιωτικούς σχηματισμούς όχι ως ανύπαρκτους από νομικής απόψεως, αλλά εξετάζοντας ειδικά ποια επήρεια ήταν πρόσφορο να τους αποδώσει στη συγκεκριμένη οριοθέτηση. Πρόκειται για χρήσιμο παράδειγμα μεθοδολογίας, χωρίς βεβαίως να σημαίνει ότι η γεωγραφία ή το νομικό αποτέλεσμα μιας άλλης υπόθεσης μπορούν να μεταφερθούν αυτομάτως στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο.
Εξίσου σημαντική είναι η διαφοροποίηση Ελλάδας και Τουρκίας ως προς τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982. Η Ελλάδα την έχει κυρώσει, ενώ η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος. Η διαπίστωση αυτή, όμως, δεν αρκεί από μόνη της για να επιλύσει το πρόβλημα του εφαρμοστέου δικαίου.
Η μη συμμετοχή σε μία διεθνή σύμβαση δεν συνεπάγεται ότι το κράτος βρίσκεται εκτός του γενικού διεθνούς δικαίου. Διατάξεις ή αρχές της UNCLOS μπορούν να αντανακλούν εθιμικούς κανόνες, οι οποίοι δεσμεύουν ανεξάρτητα από τη συμβατική συμμετοχή.
Η διεθνής νομολογία έχει, άλλωστε, αποδείξει ότι ακόμη και υποθέσεις με ισχυρό πολιτικό και γεωστρατηγικό υπόβαθρο μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικής κρίσης. Η υπόθεση Νικαράγουα κατά Ηνωμένων Πολιτειών είναι χαρακτηριστική. Παρά την προφανή πολιτική διάσταση της αντιπαράθεσης, το Διεθνές Δικαστήριο εξέτασε αυτοτελώς τα ζητήματα δικαιοδοσίας και παραδεκτού και προχώρησε, στο μέτρο της αρμοδιότητάς του, στη δικαστική αντιμετώπιση της διαφοράς. Η πολιτική βαρύτητα μιας υπόθεσης δεν αναιρεί, συνεπώς, κατ’ ανάγκην τον νομικό της χαρακτήρα.
Η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο έχει, βέβαια, μία συνέπεια που συχνά υποβαθμίζεται στον δημόσιο διάλογο: συνεπάγεται την αποδοχή της δικαστικής αβεβαιότητας.
Υπό αυτό το πρίσμα, το ερώτημα «μας συμφέρει η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο;» δεν επιδέχεται σοβαρή απάντηση αποκομμένη από τους όρους της παραπομπής.
Δεν αρκεί να γνωρίζουμε ότι θα πάμε στη Χάγη.
Πρέπει να γνωρίζουμε για ποιο ακριβώς ζήτημα θα πάμε στη Χάγη.
Πριν από την κρίση επί της ουσίας προηγείται η δικαιοδοσία.
Πριν από τη δικαιοδοσία προηγείται η συναίνεση.
Πριν από την απόφαση προηγείται το συνυποσχετικό.
Και πριν από την επιλογή του δικαστηρίου προηγείται ο ακριβής προσδιορισμός της διαφοράς.
Το πραγματικό διακύβευμα, επομένως, δεν είναι απλώς εάν η Ελλάδα πρέπει να αποδεχθεί τη διεθνή δικαστική επίλυση. Είναι ποια ακριβώς διαφορά θα μετατρέψει από πολιτική αντιπαράθεση σε δεσμευτική δικαστική κρίση και με ποιους όρους θα παραδώσει στον διεθνή δικαστή την εξουσία να αποφανθεί.
Διότι στη διεθνή δικαιοσύνη το forum, το αντικείμενο της διαφοράς, η δικαιοδοτική βάση και η διατύπωση του petitum δεν αποτελούν απλώς το προοίμιο της νομικής στρατηγικής.
Αποτελούν ήδη τη στρατηγική.


