Της Δρ. Κωνσταντίνας Γώγουλου Διδ

Η γεωγραφία προσδιορίζει τη θέση ενός κράτους στον παγκόσμιο χάρτη, το Διεθνές Δίκαιο όμως , προσδίδει νομικό περιεχόμενο στα δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν. Για την Ελλάδα, μία χώρα με εκτεταμένη ακτογραμμή και μοναδική νησιωτική φυσιογνωμία, η θάλασσα δεν αποτελεί απλώς στοιχείο της εθνικής της ταυτότητας. Συνιστά χώρο άσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων, οικονομικής ανάπτυξης και στρατηγικής ισχύος. Υπό το πρίσμα αυτό, η υφαλοκρηπίδα και η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) αποκτούν καθοριστική σημασία για την προάσπιση των ελληνικών συμφερόντων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 2321/1995, συγκροτεί το θεμελιώδες κανονιστικό πλαίσιο των θαλάσσιων δικαιωμάτων. Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει το άρθρο 77, σύμφωνα με το οποίο τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους επί της υφαλοκρηπίδας υφίστανται αυτοδικαίως και εξαρχής, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη ανακήρυξη ή πραγματική εκμετάλλευσή της.
Η νομική αυτή παραδοχή έχει εξαιρετική βαρύτητα για την Ελλάδα. Τα κυριαρχικά της δικαιώματα επί των φυσικών πόρων της υφαλοκρηπίδας δεν γεννώνται από κάποια πολιτική διακήρυξη, αλλά απορρέουν από το ίδιο το Διεθνές Δίκαιο. Η ύπαρξή τους δεν εξαρτάται από την προηγούμενη ανακήρυξη ΑΟΖ, ούτε αναιρείται από την προβολή ανταγωνιστικών διεκδικήσεων.
Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη προσδίδει μία πρόσθετη και ιδιαίτερα σημαντική διάσταση στη θαλάσσια δικαιοδοσία. Σύμφωνα με τα άρθρα 56 και 57 της Σύμβασης, δύναται να εκτείνεται έως 200 ναυτικά μίλια από τις γραμμές βάσης και επιτρέπει στο παράκτιο κράτος την άσκηση αποκλειστικών κυριαρχικών δικαιωμάτων οικονομικής αξιοποίησης των φυσικών πόρων του βυθού, του υπεδάφους και της υπερκείμενης υδάτινης στήλης.
Η αξία της ΑΟΖ, ωστόσο, υπερβαίνει κατά πολύ την αναζήτηση υδρογονανθράκων. Η αλιευτική διαχείριση, οι υπεράκτιες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η θαλάσσια επιστημονική έρευνα και η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος συγκροτούν ένα ευρύ πεδίο οικονομικών δυνατοτήτων και θεσμικών αρμοδιοτήτων.
Για την Ελλάδα, η αξιοποίηση αυτών των δυνατοτήτων μπορεί να ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια, να προσελκύσει επενδύσεις και να δημιουργήσει νέες προοπτικές βιώσιμης ανάπτυξης. Η ΑΟΖ αναδεικνύεται, επομένως, σε στρατηγικό εργαλείο της ελληνικής οικονομικής και γεωπολιτικής παρουσίας.
Στον πυρήνα της ελληνικής νομικής επιχειρηματολογίας βρίσκεται το άρθρο 121 της Σύμβασης, το οποίο αναγνωρίζει, κατά κανόνα, στα νησιά δικαίωμα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, όπως και στις ηπειρωτικές περιοχές. Η προβλεπόμενη εξαίρεση αφορά τους βράχους που δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή δική τους οικονομική ζωή.
Η διάταξη αυτή έχει θεμελιώδη σημασία για την Ελλάδα, καθώς η Κρήτη, η Ρόδος, η Κάρπαθος, η Κάσος και όλα τα υπόλοιπα ελληνικά νησιά που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 121 παράγουν θαλάσσια δικαιώματα.
Η ελληνική επικράτεια δεν περιορίζεται στις ηπειρωτικές ακτές της, ενώ η διεθνής έννομη τάξη αναγνωρίζει τη νομική σημασία των νησιωτικών ακτών στην παραγωγή θαλάσσιων ζωνών.
Βεβαίως, η ύπαρξη δικαιώματος σε υφαλοκρηπίδα ή ΑΟΖ διακρίνεται από την οριοθέτησή του έναντι γειτονικών κρατών. Η διάκριση αυτή, όμως, δεν αποδυναμώνει τη νομική υπόσταση των ελληνικών δικαιωμάτων. Αντιθέτως, αναδεικνύει την ανάγκη εφαρμογής των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου με συνεκτίμηση των νομικά κρίσιμων περιστάσεων, όπως έχει αναπτυχθεί στη διεθνή νομολογία.
Η συμφωνία θαλάσσιας οριοθέτησης με την Ιταλία και η συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ με την Αίγυπτο το 2020 αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα της δυνατότητας της Ελλάδας να προωθεί τα θαλάσσια δικαιώματά της μέσω θεσμικών διαδικασιών και διεθνών συμφωνιών. Στην ίδια κατεύθυνση, η ανακήρυξη ΑΟΖ στο Ιόνιο με το Προεδρικό Διάταγμα 33/2025 επιβεβαιώνει τη σημασία της ενεργού άσκησης των δικαιωμάτων που προβλέπει η διεθνής έννομη τάξη.
Υπό το πρίσμα της Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας, η σημασία αυτών των επιλογών είναι ακόμη ευρύτερη. Η αποτελεσματική άσκηση θαλάσσιων δικαιωμάτων συνδέεται με τη δυνατότητα ενός κράτους να αξιοποιεί τους φυσικούς του πόρους, να ενισχύει την οικονομική του ανθεκτικότητα και να διαμορφώνει μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές.
Η Ελλάδα διαθέτει ένα ιδιαίτερα σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα: τη γεωγραφική της θέση, τη νησιωτική της συγκρότηση και την πρόσβασή της σε θαλάσσιες περιοχές με ουσιώδη οικονομική και στρατηγική αξία. Η συστηματική αξιοποίηση της ΑΟΖ, με σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο και στην περιβαλλοντική βιωσιμότητα, μπορεί να μετατρέψει αυτά τα χαρακτηριστικά σε ουσιαστικούς παράγοντες εθνικής ανάπτυξης.
Το πραγματικό διακύβευμα, συνεπώς, δεν είναι απλώς η χάραξη θαλάσσιων ορίων. Είναι η δυνατότητα της Ελλάδας να μετουσιώσει τα διεθνώς αναγνωρισμένα δικαιώματά της σε διαρκές θεσμικό, οικονομικό και γεωπολιτικό κεφάλαιο.
Διότι η ελληνική θάλασσα δεν αποτελεί μόνον γεωγραφική πραγματικότητα ή ιστορική κληρονομιά. Αποτελεί χώρο δικαιωμάτων, ευθύνης και προοπτικής.
Και η ουσιαστική ισχύς της Ελλάδας δεν θεμελιώνεται αποκλειστικά στη γεωγραφία της, αλλά στην ικανότητά της να αξιοποιεί τη γεωγραφία αυτή μέσα από το κύρος του Διεθνούς Δικαίου.
Σε αυτήν ακριβώς τη συνάντηση γεωγραφίας, δικαιωμάτων και στρατηγικής αναδεικνύεται η πραγματική αξία της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ.


