Του Σωτήρη Σκουλούδη

Το μεγαλύτερο ενεργειακό έργο υποδομών στην Ανατολική Μεσόγειο, η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, γνωστή ως Great Sea Interconnector (GSI), επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο μετά από μακρά περίοδο αβεβαιότητας. Αυτή τη φορά, όμως, η επανεκκίνηση του έργου συνοδεύεται από μια νέα παράμετρο που αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες: την ενεργό εμπλοκή της Γαλλίας. Και ακριβώς αυτή η εξέλιξη είναι που προκαλεί τις πιο έντονες αντιδράσεις από την τουρκική πλευρά.
Η γαλλική εμπλοκή αλλάζει τα δεδομένα
Η είσοδος της γαλλικής Meridiam στο μετοχικό σχήμα του έργου δίνει νέα ώθηση στο σχέδιο της υποθαλάσσιας ηλεκτρικής διασύνδεσης, το οποίο φιλοδοξεί να ενώσει ηλεκτρικά την Ελλάδα, την Κύπρο και στη συνέχεια το Ισραήλ. Η συμφωνία θεωρείται κομβική, όχι μόνο επειδή ενισχύει χρηματοδοτικά το έργο, αλλά και επειδή προσδίδει σε αυτό ισχυρότερη ευρωπαϊκή και πολιτική θωράκιση. Με απλά λόγια, το GSI παύει να είναι μόνο ένα ελληνοκυπριακό ή τριμερές ενεργειακό project και αποκτά πλέον σαφή ελληνογαλλική διάσταση.
Αυτό ακριβώς είναι που ενοχλεί περισσότερο την Άγκυρα. Η Τουρκία δεν βλέπει την εξέλιξη απλώς ως μια επιχειρηματική συμφωνία. Τη διαβάζει ως κίνηση γεωπολιτικής αναβάθμισης του έργου και ως προσπάθεια της Αθήνας να εξασφαλίσει διεθνές στήριγμα απέναντι στις πάγιες τουρκικές αντιρρήσεις για την όδευση του καλωδίου στην Ανατολική Μεσόγειο. Η τουρκική πλευρά επιμένει ότι δεν μπορεί να γίνει καμία κίνηση σε θαλάσσιες περιοχές που η ίδια θεωρεί ότι αγγίζουν τα δικά της δικαιώματα και συμφέροντα χωρίς να ληφθεί υπόψη η θέση της.
Οι πρόσφατες αντιδράσεις του Αυγούστου
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι πρόσφατες αντιδράσεις του Αυγούστου είναι από τις πιο σκληρές που έχουν διατυπωθεί το τελευταίο διάστημα. Τουρκικά μέσα ενημέρωσης και πλατφόρμες με σαφή αμυντικό και γεωπολιτικό προσανατολισμό δεν περιορίζονται πλέον σε γενικές ενστάσεις περί διεθνούς δικαίου ή θαλάσσιων ζωνών. Περνούν σε μια πιο επιθετική γλώσσα, με σαφείς προειδοποιήσεις ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να αποδεχθεί νέα τετελεσμένα ούτε από την Ελλάδα ούτε από τη Γαλλία στην περιοχή.
Ενδεικτικό του κλίματος είναι ότι στις πρόσφατες αντιδράσεις του Αυγούστου η γαλλική εμπλοκή παρουσιάζεται ως παράγοντας που «ανεβάζει το θερμόμετρο» και μετατρέπει το έργο από τεχνική ενεργειακή υποδομή σε κίνηση στρατηγικής περικύκλωσης της Τουρκίας. Δεν είναι τυχαίο ότι ορισμένες αναφορές είναι εξαιρετικά αιχμηρές, φτάνοντας στο σημείο να αφήνουν ακόμη και απειλητικά υπονοούμενα για το γαλλικό Πολεμικό Ναυτικό. Πρόκειται για μια αξιοσημείωτη ποιοτική μετατόπιση στη ρητορική της Άγκυρας και των μέσων που εκφράζουν την τουρκική οπτική.
Οι πρόσφατες αντιδράσεις του Αυγούστου έχουν και ένα δεύτερο, εξίσου σημαντικό χαρακτηριστικό: επαναφέρουν ανοιχτά το σενάριο μιας «νέας Κάσου». Δηλαδή, ενός σκηνικού έντασης επί του πεδίου, εφόσον επιχειρηθεί επανέναρξη ερευνών ή άλλων τεχνικών κινήσεων για την προώθηση του καλωδίου. Με άλλα λόγια, το μήνυμα που εκπέμπεται από τουρκικής πλευράς δεν είναι μόνο πολιτικό ή διπλωματικό. Είναι και επιχειρησιακό. Η Άγκυρα δείχνει να θέλει να προειδοποιήσει από τώρα ότι δεν θα μείνει σε επίπεδο λεκτικών αντιρρήσεων, εάν διαπιστώσει προσπάθεια επιτάχυνσης του έργου.
Σε αντίθεση με προηγούμενες φάσεις, όπου η Τουρκία έβαζε κυρίως στο στόχαστρο την τριμερή συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, τώρα στο κάδρο μπαίνει ξεκάθαρα η Γαλλία. Αυτό σημαίνει ότι η υπόθεση του GSI αποκτά μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος. Η τουρκική αντίδραση δεν αφορά απλώς ένα καλώδιο, αλλά το ενδεχόμενο να αποκτήσει η Ελλάδα ένα ακόμα ισχυρό ευρωπαϊκό στήριγμα σε μια θαλάσσια και ενεργειακή ζώνη που η Άγκυρα θεωρεί κομβική για τη δική της περιφερειακή ισχύ.
Τι μπορεί να ακολουθήσει
Το έργο, πάντως, για την Αθήνα και τη Λευκωσία παραμένει υψηλής στρατηγικής σημασίας. Η ηλεκτρική διασύνδεση δεν είναι μόνο ένα ενεργειακό σχέδιο που θα άρει την απομόνωση της Κύπρου και θα ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια της περιοχής. Είναι και μια κίνηση πολιτικής εμβάθυνσης της συνεργασίας ανάμεσα στις τρεις χώρες, με σαφή ευρωπαϊκή διάσταση και προφανείς γεωπολιτικές προεκτάσεις. Με τη γαλλική συμμετοχή, το έργο ενισχύεται οικονομικά, θεσμικά και διπλωματικά.
Το ερώτημα πλέον είναι τι θα γίνει από εδώ και πέρα. Το πρώτο σενάριο είναι ότι η τουρκική πλευρά θα επιχειρήσει να εξαντλήσει την πίεση στο επίπεδο της ρητορικής, των προειδοποιήσεων και της διπλωματικής αποτροπής, ελπίζοντας ότι θα καθυστερήσει ή θα παγώσει ξανά την επόμενη φάση του έργου. Το δεύτερο, πιο δύσκολο σενάριο, είναι να υπάρξει νέα ένταση στη θάλασσα, με κινήσεις παρενόχλησης ή αμφισβήτησης, εφόσον ξεκινήσουν ξανά έρευνες στις επίμαχες περιοχές.
Για την ελληνική πλευρά, το βασικό στοίχημα είναι αν η γαλλική εμπλοκή θα λειτουργήσει όντως ως αποτρεπτικός παράγοντας. Δηλαδή, αν η παρουσία ενός τόσο ισχυρού ευρωπαϊκού παίκτη με οικονομικό, πολιτικό και στρατηγικό συμφέρον στο έργο αρκεί για να αυξήσει το κόστος οποιασδήποτε τουρκικής κλιμάκωσης. Για την Τουρκία, από την άλλη, το ζητούμενο είναι να μην επιτρέψει να εμπεδωθεί η εικόνα ότι στην Ανατολική Μεσόγειο δημιουργούνται νέα τετελεσμένα χωρίς τη δική της συναίνεση.
Αυτός είναι ο λόγος που οι πρόσφατες αντιδράσεις του Αυγούστου αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα. Δεν πρόκειται για μια ακόμη φραστική έξαρση, αλλά για σαφές μήνυμα ότι η Άγκυρα βλέπει τη γαλλική είσοδο στο GSI ως εξέλιξη που αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού. Και ακριβώς γι’ αυτό, το επόμενο διάστημα θα είναι κρίσιμο: θα δείξει αν η επανεκκίνηση του έργου μπορεί να προχωρήσει με τη γαλλική στήριξη ή αν η Ανατολική Μεσόγειος οδεύει ξανά προς ένα νέο επεισόδιο έντασης γύρω από το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ.


