Κυριακή 31 Μαΐου 2026


ΑρχικήΕΛΛΑΔΑΕθνικά«Αιγαίο Ώρα Μηδέν»: Η τετραλογία που φαντάζεται με ρεαλισμό έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο...

«Αιγαίο Ώρα Μηδέν»: Η τετραλογία που φαντάζεται με ρεαλισμό έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο – Έφθασε η «Μέρα της Κρίσης», ο συγγραφέας μιλάει στους Attica Times

[wbls-below-article-image]

Η τετραλογία «Αιγαίο Ώρα Μηδέν» του Μίλτου Αντωνιάδη είναι από τα πιο φιλόδοξα και ρεαλιστικά πολεμικά μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Αφετηρία της είναι ένα «ατύχημα» στο Αιγαίο, με φόντο τις γεωτρήσεις, την ΑΟΖ και την εύθραυστη ισορροπία Ελλάδας – Τουρκίας, και εξελίσσεται σε ένα πλήρες σενάριο ελληνοτουρκικού πολέμου: από τον πρώτο αιφνιδιαστικό γύρο σύγκρουσης μέχρι έναν πόλεμο διαρκείας και, τελικά, την τελική αναμέτρηση.

Μέσα από τέσσερα βιβλία – «Το Πρώτο Αίμα», «Σκοτεινός Ουρανός», «Κατάσταση Πολιορκίας» και τώρα «Η Μέρα της Κρίσης» – ο Αντωνιάδης στήνει ένα πολεμικό θρίλερ που πατά πάνω σε πραγματικά δόγματα, οπλικά συστήματα και γεωπολιτικές ισορροπίες, αλλά αφηγείται τα πάντα μέσα από τα μάτια ζωντανών χαρακτήρων: πιλότων, ναυτικών, ειδικών δυνάμεων, διπλωματών και πολιτικών ηγετών. Η σειρά συνομιλεί ευθέως με την ελληνική γεωπολιτική ανησυχία: τι σημαίνει ένας «σύντομος πόλεμος» με την Τουρκία, τι αλλάζει αν ο πόλεμος γίνει παρατεταμένος, ποιο είναι το κόστος για κοινωνία και οικονομία και – κυρίως – τι μένει την «επόμενη μέρα».


Με αφορμή την κυκλοφορία του τέταρτου και τελευταίου βιβλίου, «Η Μέρα της Κρίσης», Οι Attica Times συνομίλησαν με τον Μίλτο Αντωνιάδη για το πώς γεννήθηκε η τετραλογία, πόση έρευνα κρύβεται πίσω από τις σελίδες της και τι θέλει ο ίδιος να κρατήσει ο αναγνώστης όταν κλείσει τον τελευταίο τόμο.

Attica Times: Κύριε Αντωνιάδη, ολοκληρώσατε πλέον την τετραλογία «Αιγαίο Ώρα Μηδέν». Πώς νιώθετε που φτάσατε στο τέλος αυτού του έργου;

Ολοκληρώθηκε ένα έργο στο οποίο έχω δουλέψει περίπου 4,5 χρόνια. Είναι ένα ταξίδι και – μπορεί να ακούγεται βαρύ – αλλά για μένα είναι ένα έργο ζωής. Ξεκίνησε με το «Πρώτο Αίμα», που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Memento τον Νοέμβριο του 2020. Όταν άρχισα να το γράφω, το είχα φανταστεί ως ένα αυτόνομο βιβλίο και τέλος.

Περιέγραφε μία περίπτωση σύγκρουσης στο Αιγαίο, κυρίως αεροναυτικής, που θα προέκυπτε από ένα ατύχημα μετά από κρίση με τα τουρκικά γεωτρύπανα, την ΑΟΖ κτλ., αν κάτι πήγαινε λάθος. Φωτογράφιζε δηλαδή το καλοκαίρι του 2020 και το πώς θα μπορούσαν τα πράγματα να έχουν εξελιχθεί πολύ πιο άγρια – κι αυτά συχνά κρίνονται σε λεπτομέρειες, σε ατυχήματα, σε ατυχείς συνδέσεις στιγμών.

Είχα στο μυαλό μου ένα ειδικό κοινό, ανθρώπους υποψιασμένους σ’ αυτά τα θέματα, και έγραφα με γλώσσα τεχνική και επιχειρησιακά εμβαθυσμένη. Το βιβλίο όμως είχε πολύ μεγάλη επιτυχία και με τράβηξε, με ρούφηξε: από αφήγηση γεγονότων και ανάλυση έγινε μυθιστόρημα με ήρωες.

Πότε συνειδητοποιήσατε ότι δεν θα μείνει σε ένα βιβλίο, αλλά θα εξελιχθεί σε σειρά;

Ήδη πριν εκδοθεί το «Πρώτο Αίμα» είχα αρχίσει να σκέφτομαι το ίδιο το σενάριο που πραγματευόταν: έναν σύντομο πόλεμο Ελλάδας – Τουρκίας, που μοιραία θα σταματήσει επειδή ανήκουμε στο ΝΑΤΟ και μετά θα καθίσουμε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Εκεί όμως υπάρχουν τεράστια ζητούμενα: ναι, μπορεί να λήξει ο πόλεμος και να έρθει ανακωχή και διαπραγμάτευση, αλλά το κρίσιμο είναι τι θα έχει συμβεί μέχρι τότε. Από ποια στρατιωτική θέση θα διαπραγματευτείς;

Το βιβλίο είχε μεγάλη επιτυχία, αλλά εγώ ήθελα να δοκιμάσω να αγγίξω ένα ακόμη πιο δύσκολο θέμα: πώς η Ελλάδα θα μπορούσε να εμπλακεί σε πόλεμο διαρκείας, όχι 24–72 ωρών ή μιας εβδομάδας. Εκεί αλλάζουν εντελώς τα ζητούμενα. Έτσι αποφάσισα ότι πρέπει να γίνει τριλογία – τότε έτσι την είχαμε ανακοινώσει με τον εκδότη: θα χρειαζόταν δεύτερο βιβλίο για το «μετά» την ανακωχή του πρώτου, και πώς οδηγούμαστε σε σύρραξη όπου δεν πέφτει ποτέ «λευκή πετσέτα».

Ας μείνουμε λίγο στο «Πρώτο Αίμα»: τι είχατε στο μυαλό σας όταν το γράφατε;

Το «Πρώτο Αίμα» φωτογράφιζε πολύ την κατάσταση που γνωρίζαμε – από πλευράς στρατιωτικής ισχύος και γεωπολιτικά – για τις δύο χώρες, την περίοδο που γραφόταν, τέλη ’21 – αρχές ’22. Το μυθιστόρημα σου δίνει τη δυνατότητα να κάνεις κάτι παραπάνω: να μιλήσεις για τα ίδια πράγματα πιο ζωντανά, μέσα από φανταστικούς χαρακτήρες που τα βιώνουν.

Έχοντας γράψει πολλές αναλύσεις στον ειδικό Τύπο για να πω κάποιες απόψεις και αγωνίες, είδα ότι όταν γράφεις μέσα από ήρωες που έχουν drones πάνω από το κεφάλι τους, παρεμβολές, τις δυσκολίες του πολέμου στον αέρα, στη θάλασσα, στο βυθό, στην επιφάνεια, όλα γίνονται πολύ πιο ζωντανά. Οι φανταστικοί χαρακτήρες μπορούν να ταξιδέψουν τον αναγνώστη πολύ περισσότερο από ένα «simulation» σενάριο.

Νομίζω ότι γι’ αυτό είχε τόσο μεγάλη επιτυχία. Παρ’ όλα αυτά, έμεινε σε ένα σενάριο περιορισμένο, χωρίς μεγάλο εύρος – και, κατά τη γνώμη μου, όλο και πιο απίθανο. Στην Ελλάδα ζήσαμε δεκαετίες λέγοντας «αν γίνει πόλεμος θα είναι πολύ περιορισμένος». Βλέπουμε όμως παγκοσμίως ότι οι καταστάσεις αγριεύουν. Η Τουρκία αγριεύει, και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα υποκύψει σε πιέσεις και θα σταματήσει ένας πόλεμος, αν ανοίξει η «πόρτα του φρενοκομείου».

Περνάμε λοιπόν από το «Πρώτο Αίμα» στον «Σκοτεινό Ουρανό». Τι ρόλο παίζει το δεύτερο βιβλίο στη συνολική ιστορία;

Ο «Σκοτεινός Ουρανός» έπρεπε να κάνει κάτι πολύ δύσκολο. Να μιλήσει μετά από ένα βιβλίο καταιγιστικής πλοκής και ρυθμού, που περιέγραφε έναν πόλεμο 24 ωρών, με κεφάλαια που άλλαζαν σχεδόν ανά πεντάλεπτο. Έπρεπε να πει τι γίνεται «την επόμενη μέρα»: ποιο είναι το σοκ για την Ελλάδα, τι σημαίνει αυτό όχι μόνο για τη στρατιωτική και αποτρεπτική ισχύ, αλλά και για την οικονομία, την ενέργεια, την επιμελητεία, τα φάρμακα, τα πάντα, αν μπούμε σε παρατεταμένη σύγκρουση.

Στο πρώτο βιβλίο η Ελλάδα καταναλώνει όλα τα υπερσύγχρονα όπλα της – ό,τι είχε μαζέψει. Την επομένη, αν ξαναγίνει κάτι, με τι πολεμάς; Οι παραγγελίες σε εργοστάσια κάνουν χρόνια να έρθουν, ενώ η Τουρκία έχει δικά της και παράγει κάθε μέρα – αναπληρώνει drones, πυραύλους κτλ. Αυτά τα δομικά προβλήματα, αλλά και το πώς αντέχει μια κοινωνία και μια οικονομία, αρχίζουν να απασχολούν τους ήρωες και τον αναγνώστη στο δεύτερο βιβλίο.

Ο «Σκοτεινός Ουρανός» ρίχνει επίτηδες τον ρυθμό μετά το «Πρώτο Αίμα» και στην αρχή αυτό ξενίζει κάποιους. Είναι πιο στρατηγικό βιβλίο: ανεβαίνει από το τακτικό στο στρατηγικό επίπεδο. Μιλάει για κρίση στη Συρία, για προβοκάτσια, για μια φωτιά που ανάβει στην Ανατολική Μεσόγειο και μεταφέρεται στο Αιγαίο, γιατί πιστεύω ότι όλα αυτά – από Κριμαία, Στενά, Αιγαίο μέχρι Λεβάντε – είναι μια συνεχής «γραμμή φωτιάς».

Εκεί βλέπουμε και ελληνικές ειδικές δυνάμεις να επιχειρούν εκτός συνόρων, στη Συρία, μέσα σε ένα υβριδικό ελληνοτουρκικό πόλεμο. Πόσο πατά αυτό σε πραγματικά γεγονότα;

Στον «Σκοτεινό Ουρανό» υπάρχουν ειδικές δυνάμεις εκτός Ελλάδας, μια πολύ δυνατή υποβρυχιακή πλοκή, δράση στη Συρία – κι αυτά είναι εμπνευσμένα από πραγματικά γεγονότα, όπως και στο «Πρώτο Αίμα». Έχω δει πάρα πολλά βίντεο, έχω παρακολουθήσει αναλύσεις, συνεντεύξεις, ακόμα και τις πιο «κατασκοπικές» και εξεζητημένες πλοκές.

Η πραγματικότητα στην Τουρκία, ειδικά γύρω από το πραξικόπημα του 2016, είναι απίστευτη αν τη μελετήσει κανείς σε βάθος. Έχω μελετήσει τα γεγονότα εκείνα, τους γκιουλενιστές, την υπόθεση Εργκενεκόν, αλλά και τα Σεπτεμβριανά του ’55 στην Κωνσταντινούπολη. Όλα αυτά τα «φωτογραφίζω» σε μια μυθιστορηματική πλοκή που διαδραματίζεται το 2030 και καταλήγει σε κατάλυση της – όποιας – δημοκρατίας στην Τουρκία. Είναι μυθιστόρημα, αλλά προσπαθεί να πατάει όσο γίνεται σε πραγματικά γεγονότα.

Πάμε στο «Κατάσταση Πολιορκίας». Τι θέλατε να δείξετε σ’ αυτό το βιβλίο;

Τον τίτλο τον εμπνεύστηκα από το σχετικό άρθρο του Συντάγματος, που προβλέπει την «κατάσταση πολιορκίας» – αυτό που αποκαλούμε στρατιωτικό νόμο. Είναι η στιγμή που, επειδή βρίσκεσαι σε πόλεμο, περιορίζονται βασικές ελευθερίες για χάρη της ασφάλειας.

Το βιβλίο έχει διττό νόημα: από τη μια, περιγράφει θεσμικά τι σημαίνει να μπαίνει η χώρα σε τέτοιο καθεστώς· από την άλλη, περιγράφει μια πραγματική πολιορκία ενός μεγάλου νησιού, που μετά από μαζική επίθεση βαλλιστικών πυραύλων υφίσταται αεροναυτικό αποκλεισμό αλλά «κρατάει».

Ο «Σκοτεινός Ουρανός» τελειώνει με βαλλιστικούς πυραύλους να απογειώνονται μαζικά, ένα πρωί, χωρίς κήρυξη πολέμου – όπως θα μπορούσε να συμβεί. Η «Κατάσταση Πολιορκίας» ξεκινά με αυτούς τους πυραύλους να πέφτουν σε όλη την Ελλάδα. Εκεί θίγω θέματα αεράμυνας, αντιβαλλιστικής άμυνας, έγκαιρης προειδοποίησης, αν υπάρχουν ή όχι καταφύγια στις πόλεις, πόσα λεπτά έχεις από τον εντοπισμό μέχρι την πρόσκρουση.

Εκτός από το στρατιωτικό σκέλος, περιγράφει πολύ έντονα τι σημαίνει κατοχή – κάτι που, ευτυχώς, ως χώρα δεν έχουμε ζήσει ξανά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο. Μέσα από ιστορίες σε ένα νησί, βλέπουμε πώς είναι η καθημερινότητα υπό κατοχή. Παράλληλα υπάρχει και μια κατασκοπική πλοκή γύρω από την προσπάθεια εμπλουτισμού ουρανίου από την Τουρκία κοντά στο πυρηνικό εργοστάσιο του Ακουγιού.

Θίγετε δηλαδή και το ενδεχόμενο μιας Τουρκίας με πυρηνικά όπλα, ένα θέμα που σχεδόν δεν συζητιέται δημόσια στην Ελλάδα.

Ναι, είναι μια απειλή που δεν πολυσυζητείται εδώ, αλλά στο Ισραήλ, για παράδειγμα, συζητείται πάρα πολύ – και όχι μόνο σε σχέση με την Τουρκία. Υπάρχει φημολογία, υπάρχουν και κάποιες πρόσφατες δηλώσεις του Φιντάν που μοιάζουν να λένε ότι «θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να αποκτήσουμε πυρηνικά όπλα».

Μυθιστορηματικά, χρησιμοποιώ το Ακουγιού, αν και η προσωπική μου άποψη είναι ότι, αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, πιθανότατα δεν θα είναι ακριβώς εκεί. Αλλά έχει αξία να τοποθετηθεί κοντά σε πυρηνικό εργοστάσιο στο πλαίσιο της ιστορίας. Το κρίσιμο όμως είναι ότι, εμφανίζοντας η Ελλάδα τεκμήρια για μυστικό πυρηνικό πρόγραμμα της Τουρκίας, καταφέρνει να γυρίσει τη διεθνή κοινότητα υπέρ της: όχι για να έρθει κάποιος να πολεμήσει μαζί μας, αλλά για να πάρει την απαραίτητη ανατροφοδότηση σε υλικό, ώστε να γίνει εφικτή μια μεγάλης κλίμακας αντεπίθεση.

Φτάνουμε έτσι στη «Μέρα της Κρίσης», το μεγάλο φινάλε.

Η «Μέρα της Κρίσης» είναι ένα καθαρόαιμο πολεμικό μυθιστόρημα 800 σελίδων, με συνεχή δράση. Εκεί είναι «όλα για όλα». Δεν εστιάζει πια τόσο σε διπλωματικές ή κατασκοπικές πλοκές – βλέπουμε τα αποτελέσματα όλων όσων στήθηκαν στη «σκακιέρα» στα τρία προηγούμενα βιβλία.

Η «Κατάσταση Πολιορκίας» τελειώνει τη νύχτα πριν από μια μεγάλη αντεπίθεση για την ανακατάληψη εθνικού εδάφους που έχει χαθεί. Η «Μέρα της Κρίσης» περιγράφει αυτή την αντεπίθεση, έναν ολοκληρωτικό πόλεμο από τον Έβρο μέχρι το Καστελόριζο. Είναι το σημείο που κρίνεται ποιος θα έχει την «ηρεμία» των επόμενων δεκαετιών – αν όχι 100 χρόνων, πάντως μιας πολύ μακράς περιόδου.

Με απασχόλησε πάρα πολύ πώς θα κλείσει αυτή η ιστορία: όχι μόνο ποιο θα είναι το «σκορ» στο πεδίο, αλλά και τι είδους ειρήνη θα προκύψει. Αν δούμε την ιστορία των ελληνοτουρκικών, υπάρχει μια περιοδικότητα 10–20 ετών μεταξύ κρίσεων και πολέμων: ’74, ’96, 2020… Στην ουσία, η ειρήνη είναι το διάλειμμα μεταξύ των πολέμων. Στο τέλος του βιβλίου, η Πρωθυπουργός προσπαθεί να πετύχει κάτι παραπάνω από μια υπογραφή: να εξασφαλίσει ότι τα παιδιά μας δεν θα ξαναζήσουν αυτό που έζησαν οι γενιές του 2030 μέσα στη σειρά.

Η έρευνα που φαίνεται πίσω από όλα αυτά είναι τεράστια. Πώς δουλέψατε;

Αυτά δεν είναι βιβλία που γράφονται επειδή ένα πρωί αποφασίζεις «κάθομαι και γράφω». Θέλουν, θα έλεγα, εννιά ώρες μελέτης για μία ώρα γραψίματος. Τα διαβάζει και πολύ ειδικό κοινό, άρα πρέπει να είσαι εξαιρετικά προσεκτικός: μέσα σε 600–800 σελίδες αρκεί μία χοντρή «χαζομάρα» για να χάσεις την εγκυρότητά σου.

Κανείς δεν είναι πανεπιστήμονας, ούτε μπορεί να είναι ειδικός σε όλα – πόλεμο, διπλωματία, ξηρά, θάλασσα, αέρα, υποβρύχιο. Και, κατά τη γνώμη μου, αυτά δεν μελετώνται μόνο από τον καναπέ. Στο πεδίο – ευτυχώς – δεν έχουμε πολλούς ανθρώπους με βιώματα μάχης στην Ελλάδα, αλλά πρέπει να μιλήσεις με ανθρώπους που εκπαιδεύονται γι’ αυτό, να παρακολουθήσεις συνεντεύξεις ανθρώπων που γύρισαν από πραγματικά πεδία μάχης, να πας πέρα από τη Wikipedia.

Κι έπειτα υπάρχει το επιχειρησιακό κομμάτι: τα δόγματα είναι απόρρητα, αλλά πρέπει να γράψεις κάτι επιχειρησιακά λογικόφανες. Αν περιγράφεις, π.χ., μια ναυμαχία στο Αιγαίο, πρέπει να σκεφτείς πώς θα παράτασσε ο διοικητής τις φρεγάτες του: κοντά ή μακριά από νησί, σε τι διάταξη, πού τα μεγάλα και πού τα μικρά πλοία. Αυτά δεν γράφονται «όπως τα φαντάζεσαι», πρέπει να τα ψάξεις.

Οι σκηνές μάχης – ειδικά με drones, ναυμαχίες, αερομαχίες – είναι καταιγιστικές και πολύ κινηματογραφικές. Τι επιδιώξατε εκεί;

Ήθελα ο αναγνώστης να μπορεί να «μπει» στο πεδίο μάχης: να νιώθει πώς αντιδρά ένας στόλος απέναντι σε σμήνη drones, πώς εξελίσσεται μια αερομαχία, πώς είναι μια μάχη στο Καστελόριζο για «βωμούς και εστίες». Τα περιγράφω με τρόπο καταιγιστικό αλλά και όσο γίνεται τεχνικά σωστό.

Παράλληλα, με ενδιέφερε να δείξω πώς αλλάζουν σήμερα οι πόλεμοι: τι σημαίνει κορεσμός της αεράμυνας, τι σημαίνει να βλέπεις 400 βαλλιστικούς πυραύλους να σηκώνονται μέσα σε λίγες ώρες – όπως είδαμε στο επεισόδιο Ιράν–Ισραήλ – και να ξέρεις ότι, όσο καλή άμυνα κι αν έχεις, κάποιοι θα περάσουν. Αυτό είναι και επιχειρησιακά κρίσιμο και ψυχολογικά συντριπτικό.

Παρότι πολεμικά, τα βιβλία σας περνούν έντονα και το δράμα του πολέμου. Είναι συνειδητά και αντιπολεμικά;

Φυσικά. Τα βιβλία δεν δοξάζουν τον πόλεμο, ούτε είναι κορώνες τύπου «πάμε να πάρουμε την Κωνσταντινούπολη». Περιγράφουν τον πόλεμο όσο μπορώ πιο ρεαλιστικά – μαζί με την ηρωική διάσταση, αλλά και με το απόλυτο δράμα του.

Υπάρχουν σκηνές όπου συνάδελφοι ενός πεσόντα πιλότου πάνε στον πατέρα του με τη σημαία για να του ανακοινώσουν ότι δεν έχει πια γιο. Υπάρχουν απώλειες, ακρωτηριασμένες ζωές, οικογένειες που καταστρέφονται. Νομίζω ότι περνάει καθαρά το μήνυμα ότι κανείς δεν θέλει να συμβούν αυτά – και ότι ο πόλεμος είναι κάτι που κάνεις τα πάντα για να αποτρέψεις.

Ταυτόχρονα όμως πιστεύω – και αυτό προσπαθούν να πουν τα βιβλία – ότι για να μην ζήσεις τον πόλεμο, πρέπει να είσαι πολύ καλός και πολύ έτοιμος γι’ αυτόν. Αν στην «αυλή του σχολείου» τρως συνεχώς καρπαζιές και δεν κάνεις κάτι, θα φας κι άλλες. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για να αποφύγεις τον πόλεμο από το να είσαι αρκετά ισχυρός, ώστε ο άλλος να το σκεφτεί πολύ σοβαρά πριν τον ξεκινήσει.

Η «Μέρα της Κρίσης» μόλις κυκλοφόρησε. Πώς είναι μέχρι τώρα η ανταπόκριση των αναγνωστών;

Τα σχόλια μέχρι τώρα είναι πικρόγλυκα – με την καλή έννοια. Από τη μια, ο κόσμος παίρνει αυτό που περίμενε: ένα πολύ ζωντανό, μεγάλο πολεμικό βιβλίο. Από την άλλη, είναι το τέλος. Πολλοί λένε «τώρα τι;», γιατί έχουν ζήσει με αυτούς τους χαρακτήρες και αυτή την ιστορία τέσσερα χρόνια.

Με ρωτάνε αν θα έπρεπε να είναι ακόμη μεγαλύτερο, αν θα έπρεπε να σπάσει σε δύο βιβλία, αν θα υπάρξει πέμπτο. Καταλαβαίνω την ανάγκη, αλλά εγώ πήρα συνειδητές αποφάσεις: έβαλα «κόφτες», γιατί έπρεπε να κλείσει αυτή η ιστορία. Είχα υποσχεθεί αρχικά τριλογία και τελικά πήγαμε στα τέσσερα.

Νιώθω ότι με αυτά τα τέσσερα βιβλία είπα ό,τι είχα μέσα μου όταν ξεκίνησα το πρώτο: αν συνέχιζα, θα άρχιζα να επαναλαμβάνομαι ή να εκμεταλλεύομαι απλώς την επιτυχία. Οπότε εδώ κλείνουν.

Σκέφτεστε κάτι επόμενο ή θέλετε να απομακρυνθείτε από το πολεμικό σκηνικό;

Η διεθνής επικαιρότητα με εμπνέει πολύ και έχω ιδέες για άλλα βιβλία, αλλά δεν νομίζω ότι θέλω να περιγράψω ξανά έναν πόλεμο στη χώρα μας. Η έρευνα για την τετραλογία με ταξίδεψε σε πολύ σκοτεινά μέρη και νομίζω ότι, σε αυτό το κομμάτι, «φτάνει». Ό,τι είχα να πω για έναν πιθανό ελληνοτουρκικό πόλεμο το είπα σε αυτά τα τέσσερα βιβλία.

[wbls-below-article]



Ροη Ειδήσεων