Του Σωτήρη Σκουλούδη

Η νέα ταινία του σκηνοθέτη Ούβε Μπολ κατάφερε μέσα σε λίγες ημέρες να γίνει ένα από τα πιο πολυσυζητημένα κινηματογραφικά γεγονότα της χρονιάς. Το «Citizen Vigilante», με πρωταγωνιστή τον Άρμι Χάμερ, βρέθηκε στο επίκεντρο μιας παγκόσμιας πολιτικής και πολιτισμικής αντιπαράθεσης, όταν η Γερμανία αρνήθηκε να του δώσει άδεια εμπορικής διανομής.
Η απάντηση ήρθε από τον Έλον Μασκ, ο οποίος την «εκτόξευσε» αφού τη διέθεσε δωρεάν στην πλατφόρμα X, χαρίζοντάς της κοινό πολλών εκατομμυρίων θεατών.
Αυτό που έχει προκαλέσει αντιδράσεις –κυρίως από τους κριτικούς και τα επίσημα δίκτυα διανομής, καθώς οι τηλεθεατές σε μεγάλο βαθμό την αποθεώνουν – είναι ο χαρακτήρας της ταινίας και αυτό που της αποδίδεται ως «αντιμεταναστευτικός» -ή «αντιμουσουλμανικός».
Για τους περισσότερους όμως, η πρωτοφανής επιτυχία της ανάγεται στο γεγονός ότι τολμά να θίξει ζητήματα που το σύγχρονο Χόλιγουντ αποφεύγει. Για τους επικριτές, είναι μια επικίνδυνη ταινία που νομιμοποιεί τη βία και τροφοδοτεί την «ξενοφοβία».
Αν και φυσικά, είναι άπειρες οι ταινίες που παρουσιάζουν αυτόκλητους τιμωρούς που έξω από τα όρια του νόμου αποδίδουν αυτό που προβάλλεται ως «δικαιοσύνη», με σκηνές ακραίας ή και όχι βίας, και η κριτική που δέχθηκαν δεν ήταν η αντίστοιχη – εδώ όμως φαίνεται ότι υπάρχει ένα στοιχείο που αποτελεί πρόκληση για τη λεγόμενη… «πολιτική ορθότητα»…

Η υπόθεση της ταινίας
Το «Citizen Vigilante» αφηγείται την ιστορία του Σάντερς, ενός πρώην Αμερικανού στρατιωτικού και επιτυχημένου επιχειρηματία που ζει στην Κροατία. Έχοντας χάσει κάθε εμπιστοσύνη στο δικαστικό σύστημα, θεωρεί ότι οι κρατικοί μηχανισμοί αδυνατούν να προστατεύσουν τους πολίτες από βίαιους εγκληματίες.
Όταν μια σειρά αιματηρών εγκλημάτων συγκλονίζει την περιοχή όπου ζει, αποφασίζει να πάρει τον νόμο στα χέρια του. Ξεκινά μια αδυσώπητη εκστρατεία αυτοδικίας, εκτελώντας εγκληματίες, μέλη συμμοριών αλλά και κρατικούς αξιωματούχους που θεωρεί διεφθαρμένους ή συνένοχους. Καθώς τα βίντεο των ενεργειών του γίνονται viral, μετατρέπεται σε διαδικτυακό φαινόμενο και αποκτά εκατομμύρια υποστηρικτές μέσα στην ίδια την πλοκή της ταινίας, οι οποίοι τον αντιμετωπίζουν ως ήρωα που κάνει όσα δεν τολμά το κράτος.
Η ταινία δεν περιορίζεται στην ωμή δράση. Ασχολείται ευθέως με την παράνομη μετανάστευση, την εγκληματικότητα, την αποτυχία των κρατικών θεσμών, τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και τη δύναμη των social media.
Οι περισσότεροι εγκληματίες που εμφανίζονται στην ταινία είναι μετανάστες, ισλαμικού κυρίως υπόβαθρου, γεγονός που αποτέλεσε την κύρια αιτία της έντονης δημόσιας αντιπαράθεσης. Οι υποστηρικτές της θεωρούν ότι απλώς απεικονίζει μια σκληρή πραγματικότητα που, κατά τη γνώμη τους, ο κινηματογράφος, τα ΜΜΕ και οι θεσμοί κάνουν ότι δεν βλέπουν.
Με το τερατώδες σκάνδαλο στη Βρετανία με τους βιασμούς 250.000 ανήλικων κοριτσιών από μετανάστες ισλαμικού υπόβαθρου σε ποσοστό 95%, και την ακραία συγκάλυψη των αρχών για λόγους «πολιτικής ορθότητας», ποιος μπορεί να καταρρίψει με ειλικρίνεια αυτή τη θεώρηση;

Η απόφαση της Γερμανίας
Το μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης αφορά ωστόσο τη Γερμανία. Η αρμόδια αρχή ταξινόμησης ταινιών (FSK) αρνήθηκε δύο φορές να χορηγήσει ηλικιακή κατάταξη στο «Citizen Vigilante». Χωρίς αυτήν, η ταινία δεν μπορεί να διανεμηθεί κανονικά στους κινηματογράφους ή στις μεγάλες πλατφόρμες της χώρας, με αποτέλεσμα να αποκλείεται ουσιαστικά από τη γερμανική αγορά.
Ο ίδιος ο Ούβε Μπολ χαρακτήρισε την απόφαση «λογοκρισία», υποστηρίζοντας ότι το έργο του τιμωρήθηκε επειδή παρουσιάζει μια διαφορετική πολιτική οπτική για τη μετανάστευση και την εγκληματικότητα.
Από την άλλη πλευρά, η αιτιολογία της FSK ήταν ότι το περιεχόμενο της ταινίας θα μπορούσε να εκληφθεί ως… υποκίνηση βίας κατά μεταναστών και να λειτουργήσει ως πρότυπο αυτοδικίας. Δεν έχουμε διαπιστώσει αντίστοιχες απαγορεύσεις, για ταινίες με πολύ πιο ακραίο περιεχόμενο –και σαφέστατες πολιτικές προεκτάσεις- από αυτήν.
Η παρέμβαση του Έλον Μασκ
Η υπόθεση πήρε διεθνείς διαστάσεις όταν ο Έλον Μασκ ανάρτησε ολόκληρη την ταινία στο X, επιτρέποντας στους χρήστες να τη δουν δωρεάν για 48 ώρες.
Η ανάρτηση έγινε αμέσως viral, με εκατομμύρια χρήστες να ενημερώνονται για την ύπαρξη της ταινίας και να συμμετέχουν στη δημόσια συζήτηση γύρω από αυτήν. Δημοσιεύματα αναφέρουν ότι η κίνηση του Μασκ εκτόξευσε το ενδιαφέρον για το φιλμ και ενίσχυσε σημαντικά τις ψηφιακές πωλήσεις και τη δημοτικότητά του.
Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, η σχετική δημοσίευση συγκέντρωσε περισσότερες από 15 εκατομμύρια προβολές, ενώ διεθνή μέσα αναφέρουν ότι μέσα στο πρώτο 24ωρο η ταινία είχε προσελκύσει περίπου 11 εκατομμύρια views. Παράλληλα, το Citizen Vigilante ανέβηκε στις πρώτες θέσεις των ψηφιακών πωλήσεων σε πλατφόρμες όπως το Apple TV στις ΗΠΑ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ελληνικό κοινό παρουσιάζει και η συμμετοχή του ελληνοαυστραλού ηθοποιού Κώστα Μάντιλορ (Costas Mandylor), ενός από τους πιο αναγνωρίσιμους ηθοποιούς ελληνικής καταγωγής στο Χόλιγουντ. Ο Μάντιλορ, που έγινε ευρύτερα γνωστός από τη δημοφιλή σειρά ταινιών τρόμου Saw, υποδύεται τον Henry, υψηλόβαθμο αξιωματούχο της Interpol, ο οποίος βρίσκεται απέναντι στον πρωταγωνιστή στην προσπάθειά του να σταματήσει την αιματηρή δράση του.
Είτε κάποιος θεωρεί το «Citizen Vigilante» μια θαρραλέα πολιτική ταινία είτε μια επικίνδυνη μορφή προπαγάνδας, είναι δύσκολο να αμφισβητήσει ότι πέτυχε κάτι σπάνιο: να μετατραπεί από μια σχετικά μικρή ανεξάρτητη παραγωγή σε παγκόσμιο πολιτισμικό γεγονός.
Και να προβληματίσει έντονα –τόσο για το ζήτημα που πραγματεύεται, την εγκληματικότητα μεταναστών στις δυτικές κοινωνίες και ειδικά την «έκρηξη» του αδικήματος των σεξουαλικών επιθέσεων, και της αντίστοιχης «σιωπής» ή συγκάλυψης, όσο και για τα όρια της δημοκρατίας και της ελευθερίας της έκφρασης, που φαίνεται ως αξία, να χρησιμοποιείται κατά το δοκούν, αναλόγως του κυρίαρχου αφηγήματος…


