Συνέντευξη Δημήτρη Μαλισσόβα
Στον Κυριάκο Κουζούμη

Υδραυλικός από το Περιστέρι, δωρικός ερμηνευτής, «Σερ» της ελληνικής μουσικής και, πάνω απ’ όλα, η φωνή που ένωσε τους ποιητές με τον λαό, ενώ η πορεία του ταυτίστηκε με τις πιο φωτεινές αλλά και τις πιο τραυματικές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. Λίγο πριν ανοίξει η αυλαία για τη μεγαλειώδη μουσικοθεατρική παράσταση «Εγώ ο Σερ, Γρηγόρης Μπιθικώτσης» στο Christmas Theater, ο σκηνοθέτης Δημήτρης Μαλισσόβας μιλά στους Attica Times και ξεδιπλώνει το μεγαλεπήβολο, καλλιτεχνικό «στοίχημα». Εξηγεί πώς η τέχνη συναντά τη συλλογική μνήμη, αποκαλύπτει άγνωστες, χιουμοριστικές και βαθιά ανθρώπινες πτυχές του μεγάλου ερμηνευτή, μακριά από τις εύκολες αγιογραφίες και επιμένει πως στην εποχή του «ωχαδελφισμού», ο Μπιθικώτσης και το τρανό καλλιτεχνικό του αποτύπωμα παραμένουν τόσο επίκαιρα όσο και αναγκαία.

Κ.Κ: Η παράσταση παρουσιάζει έναν καλλιτέχνη που γεννήθηκε στη φτώχεια και αναδείχθηκε μέσα από τους κοινωνικούς αγώνες. Πόσο επίκαιρος παραμένει σήμερα αυτός ο «λαϊκός αγωνιστής» σε μια κοινωνία που δοκιμάζεται από νέες οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις;
Δ.Μ: Θα έλεγα πως παραμένει επίκαιρος, κι αυτός είναι κι ένας από τους λόγους που κάνω αυτή την παράσταση. Άνθρωποι σαν τον Μπιθικώτση θα έπρεπε να υπάρχουν και σήμερα. Δυστυχώς, όμως, οι Έλληνες έχουν αλλάξει. Ζούμε, βλέπεις, σε εντελώς διαφορετική εποχή. Οι περισσότεροι Έλληνες εκείνης της εποχής έκαναν πάρα πολύ σπουδαία πράγματα. Δηλαδή, υπήρχε μια άνθηση καλλιτεχνική, κοινωνική, ακόμη και τεχνολογική. Από την καλλιτεχνική πλευρά, υπήρχε αυτό που λέμε «άγνοια κινδύνου», κάτι που ώθησε όλους εκείνους τους ανθρώπους να τολμήσουν, να δημιουργήσουν, να δράσουν, χωρίς πραγματικά να καταλαβαίνουν τι επιτύγχαναν εκείνη τη στιγμή. Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, μέχρι και το τέλος της ζωής του, δεν είχε καταλάβει το μέγεθος του έργου που είχε προσφέρει. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι μέσα από το στόμα του μάθαμε τους ποιητές.
Κ.Κ: Στην παράσταση ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης εμφανίζεται ως βουβό πρόσωπο. Πώς δομήθηκε αυτή η σκηνοθετική προσέγγιση και ποιος είναι ο ρόλος των υπόλοιπων προσώπων που αφηγούνται την ιστορία του;
Δ.Μ: Υπάρχουν δύο ηθοποιοί που υποδύονται τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, ο ένας σε πολύ μικρή ηλικία, από τα παιδικά του χρόνια μέχρι περίπου τα είκοσι, και ο άλλος στα επόμενα χρόνια της ζωής του. Στη σκηνή μιλούν όλοι οι άλλοι γι’ αυτόν. Μιλούν οι άνθρωποι που συνάντησε, από τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Βασίλη Τσιτσάνη, μέχρι οι τραγουδιστές που συνεργάστηκαν μαζί του ή που εκείνος ανέδειξε, άνθρωποι που έτυχε να βρεθούν μαζί του είτε στη Μακρόνησο είτε στα κέντρα και τα θέατρα που δούλεψε είτε στις ταινίες στις οποίες εμφανίστηκε. Αλλά το στοίχημά μου ήταν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης να είναι ο φορέας όλου του εγχειρήματος και όλου του έργου. Επίσης, κατά τη γνώμη μου, δεν θα μπορούσε να υπάρξει ηθοποιός που να ερμηνεύσει τα τραγούδια όπως θα τα ερμήνευε ο ίδιος ο Μπιθικώτσης. Βλέπεις, τα τραγουδούσε μ’ έναν τρόπο μοναδικό. Ήταν δωρικός, ήταν ένας άνθρωπος απλός, λαϊκός. Ξεκίνησε από μια φτωχή γειτονιά στο Περιστέρι, δούλευε ως υδραυλικός και δεν ήταν λόγιος, ωστόσο τραγούδησε και πρόφερε τα ωραιότερα φωνήεντα του κόσμου. Ο ίδιος και τα τραγούδια του έδωσαν φωνή στην ποίηση, μεγιστοποιώντας την απήχηση που είχε ο Θεοδωράκης αλλά και πολλοί άλλοι δημιουργοί.

Κ.Κ: Σήμερα πιστεύεις ότι το τραγούδι διαθέτει την ίδια κοινωνικοπολιτική δύναμη αφύπνισης ή έχει περιοριστεί κυρίως στον ρόλο της ψυχαγωγίας;
Δ.Μ: Κυρίως το δεύτερο. Ξέρεις, πάντα υπήρχε η ψυχαγωγία και δεν την υποτιμώ καθόλου, καθώς είναι πολύ σημαντική για την ψυχική μας ισορροπία. Αλλά θεωρώ ότι στις μέρες μας υπάρχει σε πάρα πολύ μεγάλο ποσοστό μόνο αυτό. Την ώρα που γίνονται πολλά πράγματα, τραγικής φύσης -και εικόνας πολλές φορές-, πλήθος κόσμου τα αντιμετωπίζει με μια παθητικότητα. Δεν υπάρχει η διάθεση, η παρακίνηση ή οτιδήποτε μπορεί να μας σηκώσει από τον καναπέ. Σ’ αυτό ακριβώς διέφερε ο Μπιθικώτσης και οι άλλοι άνθρωποι εκείνης της εποχής. Αλλά ήταν και η εποχή που το επέβαλε. Σήμερα, η ζωή μας έχει γίνει λίγο πιο «εύκολη». Υπάρχει «ωχαδελφισμός» που χαρακτηρίζει πλήθος σύγχρονων Ελλήνων και τους κάνει να βλέπουν τα πάντα από απόσταση. Απουσιάζει η ενσυναίσθηση. Θεωρούν ότι κάτι κακό που συμβαίνει γύρω τους, δεν τους αφορά. Και στο παρελθόν υπήρχαν οι διαφορές, και μάλιστα πολύ πιο έντονες, ιδίως οι πολιτικές, αλλά υπήρχε και ένα αίσθημα «ενωτισμού» τη στιγμή που χρειαζόταν. Θεωρώ ότι στις μέρες μας δυστυχώς αυτό έχει χαθεί. Επειδή όμως είμαι αισιόδοξος, εύχομαι ότι κάποια στιγμή θα το ξαναβρούμε. Η τέχνη είναι ο καλύτερος οδηγός και σύμβουλος για να γυρίσουμε πίσω και να βρούμε ξανά την αλληλεγγύη που έχουμε χάσει σήμερα. Με άλλα λόγια να ξαναβρούμε τον δρόμο μας.
Κ.Κ: Ο τίτλος «Εγώ ο Σέρ, Γρηγόρης Μπιθικώτσης» κλείνει το μάτι στον τίτλο τιμής που του δόθηκε. Ποια ήταν η πιο σκοτεινή και ποια η πιο ανθρώπινη πλευρά του, οι οποίες ίσως να μην είναι τόσο γνωστές στο ευρύ κοινό;
Δ.Μ: Οι ανθρώπινες πλευρές του ήταν πάρα πολλές. Βλέπεις, είχε χορτάσει από μικροκακίες και γι’ αυτόν τον λόγο πορεύτηκε, από τα πρώτα σχεδόν βήματά του, με μια σιγουριά και μια βεβαιότητα γι’ αυτό που είχε και κατείχε, κι αυτό δεν ήταν άλλο από τη μουσική. Καταξιώθηκε σχετικά νωρίς, πρώτα ως μουσικός, μετά ως τραγουδιστής και μετέπειτα ως συνθέτης, οπότε δεν είχε την ανάγκη να έχει «σκοτεινιές». Ήταν γενικά πάρα πολύ γενναιόδωρος με τους ανθρώπους και τους συνεργάτες του. Έμαθα πολλά πράγματα γι’ αυτόν απ’ τον γιο του αλλά και από την τελευταία σύζυγό του, που έφυγε από τη ζωή το 2019. Την πρόλαβα και μου είπε πάρα πολλά για εκείνον, χωρίς όμως να τον «αγιοποιεί». Ήταν βαθιά αντικειμενική και ουσιαστική. Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με τη μουσική και τους καλλιτέχνες, σε όλους τους τομείς: από τους μεγάλους μας ποιητές, τους συνθέτες μέχρι τους μουσικούς και το τελευταίο βιολί της ορχήστρας. Για παράδειγμα, όταν πέθανε ο Τσιτσάνης, ο Μπιθικώτσης κλείστηκε στο δωμάτιό του και δεν έβγαινε για έξι ολόκληρους μήνες. Πενθούσε, έτρωγε και έπινε μόνο μέσα στο δωμάτιό του. Ο Μάνος Χατζιδάκης ήταν αυτός που πήγε στο σπίτι του και του είπε: «Τέλειωσε αυτό. Έχεις ακόμα πολλά να πεις».

Κ.Κ: Το καστ είναι πολυπληθές και περιλαμβάνει καταξιωμένους τραγουδιστές (Γιάννης Κότσιρας, Μπάμπης Στόκας, Γρηγόρης Μπιθικώτσης) και ηθοποιούς. Πώς συνδύασες τη μουσική σκηνή με τη θεατρική αφήγηση ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος ενός απλού «αφιερώματος» και να γίνει κανονικό θέατρο;
Δ.Μ: Στην παράσταση αρχικά είναι ένας δημοσιογράφος και το έργο ξεκινά από το σήμερα, καθώς προετοιμάζεται ένα τηλεοπτικό αφιέρωμα του 2026 για τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, και μέσα από αυτό ξετυλίγεται όλη η ζωή του ερμηνευτή. Οι τραγουδιστές δεν εμπλέκονται στο τηλεοπτικό κομμάτι. Δραματουργικά συνυπάρχουν με τους ηθοποιούς. Ο λόγος είναι απλός: τα τραγούδια που καλούνται να ερμηνεύσουν είναι πάρα πολύ δύσκολα και απαιτούν έναν τραγουδιστή που μπορεί να τα υποστηρίξει απολύτως. Βέβαια, παρόλο που έχουμε εξαιρετικούς ηθοποιούς στην παράσταση, οι οποίοι κατά καιρούς έχουν υπηρετήσει το μουσικό θέατρο και τραγουδούν επίσης πάρα πολύ καλά, τα «μπιθικωτσέικα» τραγούδια έπρεπε να ειπωθούν από ανθρώπους που τα κατέχουν φωνητικά στον μέγιστο βαθμό.
Κ.Κ: Η Μακρόνησος και το Περιστέρι αποτελούν σταθμούς στη ζωή του και ταυτόχρονα συνδέονται άμεσα με τα τραύματα της ελληνικής Ιστορίας. Πόσο δύσκολο είναι στη σημερινή εποχή να προσεγγίσεις θεατρικά προσωπικότητες που βίωσαν διώξεις και εξορίες, χωρίς να πέσεις στην παγίδα της εύκολης «αγιογραφίας»;
Δ.Μ: Σε μια μουσική παράσταση που έχει ως θέμα τη ζωή του Γρηγόρη Μπιθικώτση -μια ζωή που ξεκινά από το 1935 και φτάνει μέχρι το 1970 περίπου, τότε που τραγουδούσε στα «Δειλινά», τα οποία αργότερα μετατράπηκαν σε θρυλικό στέκι, στο οποίο σύχναζαν όλοι- δεν είναι πολύ εύκολο να εμβαθύνεις στα πάντα. Σε καμία περίπτωση δεν έκανα αγιογραφία. Προσπάθησα να σκιαγραφήσω τα όσα έζησε, αλλά μέσα στο συνολικό πλαίσιο της παράστασης, η Μακρόνησος είναι μια σκηνή, ένα πέρασμα από τη ζωή του. Αυτό μπορεί να φαντάζει άδικο, αλλά στο σύνολο μιας ζωής και μιας παράστασης δεν μπορεί να είναι κάτι παραπάνω απ’ αυτό. Δυσκολεύτηκα τρομερά να αποφασίσω τι να βάλω και τι να βγάλω. Τόσο πλούσιος είναι ο βίος του και το μουσικό του έργο! Αναγκάστηκα να αφαιρέσω σημαντικά τραγούδια, επειδή έπρεπε να ακουστούν κάποια άλλα που εξυπηρετούσαν τη δραματουργία. Η Μακρόνησος λοιπόν, είναι ένα περιστατικό, το οποίο δεν το αγιοποιώ. Ασχολούμαι περισσότερο με το ποιοι ήταν εκείνη την εποχή μαζί του, καθώς στη Μακρόνησο βρέθηκαν ο Θανάσης Βέγγος, ο Νίκος Κούνδουρος και φυσικά ο Μίκης Θεοδωράκης. Επικεντρώνομαι στη συνάντησή τους, διότι εκείνη ήταν η πρώτη φορά που συναντήθηκαν.

Κ.Κ: Η σχέση του λαϊκού τραγουδιού με την πολιτική εξουσία και τις κοινωνικές αναταραχές στην Ελλάδα υπήρξε συχνά ταραχώδης. Πώς αποτυπώνεται αυτή η σύγκρουση ή η αλληλεπίδραση του Μπιθικώτση με τα πολιτικά δρώμενα της εποχής του;
Δ.Μ: Δεν αποτυπώνεται άμεσα. Αυτό που αποτυπώνεται μέσα από τις χρονολογίες είναι η ίδια η ιστορία της Ελλάδας και κατά προέκταση η ιστορία της εποχής που έζησε εκείνος. Ξεκινά με τη μνήμη της Μικρασιατικής Καταστροφής, καθώς ο Γρηγόρης γεννήθηκε τη δεκαετία του ‘20, μετά τα γεγονότα, αλλά η μνήμη ήταν ακόμη πολύ νωπή. Και έχουμε κατά σειρά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, τον Δεύτερο Παγκόσμιο, την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τη Δικτατορία. Όλο αυτό το κομμάτι των αναταραχών παρουσιάζεται στην παράσταση μέσα από τα μάτια των ανθρώπων της γειτονιάς, και κυρίως μέσα από τα μάτια του Μάρκου Βαμβακάρη και του Βασίλη Τσιτσάνη.
Κ.Κ: Το έργο λοιπόν, διατρέχει μια Ελλάδα που αλλάζει. Θεωρείς ότι οι νεότερες γενιές, που δεν έζησαν τα χρόνια της Κατοχής και της μετεμφυλιακής Ελλάδας, μπορούν να ταυτιστούν με τα κοινωνικά μηνύματα και τις αγωνίες που κουβαλάει η μουσική του «Σερ»;
Δ.Μ: Πιστεύω ότι μπορούν. Θεωρώ ότι τα τραγούδια αυτά, επειδή έχουν γραφτεί από μεγάλους συνθέτες, είναι πάρα πολύ «δυνατά». Δεν θέλουν καθόλου επεξήγηση ή πολλά λόγια, θέλουν απλώς να ειπωθούν και να ακουστούν. Και το λέω αυτό με σιγουριά, επειδή στην παράσταση το μεγαλύτερο μέρος του θιάσου ηλικιακά είναι από 22 έως 30 ετών. Πολλά απ’ αυτά τα παιδιά, που είναι εξαιρετικά ταλαντούχοι ηθοποιοί, δεν γνώριζαν καν τι ήταν το «1-1-4». Κι όμως, μέσα από την ίδια την παράσταση και από το εξαιρετικά δύσκολο έργο που καλούνται να φέρουν εις πέρας -βλέπεις, πρέπει να το υπερασπιστούν ερμηνευτικά, τραγουδιστικά, υποκριτικά και κάποιες φορές και χορογραφικά- καταφέρνουν, παρόλο που βρισκόμαστε στο άχαρο στάδιο των προβών, να συγκινηθούν. Πολλοί από αυτούς μπαίνουν στη διαδικασία να το ψάξουν μετά. Θα ήθελα πάρα πολύ ένα μέρος του κοινού -και δεν είναι απαραίτητο να είναι μόνο μικρότεροι ηλικιακά- να καθίσει λίγο και να διαβάσει. Σίγουρα θα συνειδητοποιήσει πολλά. Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε τι είμαστε.
Κ.Κ: Απ’ αυτά που έχεις ακούσει ή μελετήσει, τι άνθρωπος ήταν τελικά;
Δ.Μ: Σπουδαίος, απλός και με πολύ χιούμορ. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο προνόμιό του. Το χιούμορ του. Κάτι που δεν το γνωρίζει το ευρύ κοινό και στην παράσταση θα το διαπιστώσει. Ήταν ένας άνθρωπος αυθεντικά λαϊκός, δηλαδή μπορούσε να συνομιλήσει ταυτόχρονα με λόγιους ποιητές, διανοούμενους αλλά και με όλο το άλλο κοινωνικό στάτους με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Αυτό που κρατάω από τον γιο του είναι ότι διέθετε ένα ασύλληπτα καυστικό χιούμορ, το οποίο εκδήλωνε ακόμη και μπροστά σε όλους τους ανθρώπους. Υπάρχει μια σκηνή στην παράσταση, για παράδειγμα, που απαντά στην καλλιτεχνική διευθύντρια, Μαρία Καλουτά, όταν είχε ανέβει η «Όμορφη Πόλη». Επειδή ο ίδιος είχε αργήσει, εκείνη του έκανε μια πολύ μεγάλη επίπληξη μπροστά σε όλον τον θίασο, λέγοντάς του ότι «εδώ δεν είναι μπουζούκια, εδώ είναι θέατρο, και ο κύριος Μπιθικώτσης δεν μπορεί να αργεί. Ποιος είστε εσείς κύριε Μπιθικώτση;». Και της απάντησε: «Ευχαριστώ, κυρία Καλουτά, τώρα πάρτε τα…» Απίστευτο, δεν συμφωνείς; (γέλια)
Κ.Κ: Αν μπορούσες να ζητήσεις από τον ίδιο τον Γρηγόρη Μπιθικώτση να δει την παράσταση, ποιο θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα του έλεγες για να τον πείσεις ότι δικαίωσες τη μνήμη του;
Δ.Μ: Θα του έλεγα μόνο αυτό που είπα και στον γιο του, όταν γνωριστήκαμε πριν από δέκα χρόνια: «Εγώ δεν κάνω μια παράσταση για τη ζωή του πατέρα σου. Κάνω μια παράσταση για τη ζωή της μάνας μου και της γιαγιάς μου». Γιατί μέσα από τον Μπιθικώτση, ο γιος του θυμάται τον πατέρα του, ενώ εγώ θυμάμαι τη μητέρα μου να χορεύει με τα τραγούδια του, τη γιαγιά μου να χτυπάει παλαμάκια, θυμάμαι τραπέζια, γιορτές, Πάσχα… Έτσι τον έχω συνδέσει. Οπότε, ο μόνος τρόπος και ο λόγος που θα τον έπειθα ότι δικαιώσαμε τη μνήμη του είναι ότι πίσω από όλο αυτό υπάρχει μόνο μια απέραντη αγάπη.
Πληροφορίες για την παράσταση «Εγώ ο Σερ, Γρηγόρης Μπιθικώτσης»
Η θεατρική παράσταση ακολουθεί τον νεαρό υδραυλικό που ονειρεύτηκε μια καλύτερη ζωή. Τον τραγουδιστή που έδωσε φωνή στην ποίηση, τον σύζυγο, τον πατέρα, τον φίλο. Τον άνθρωπο που έζησε τις μεγάλες χαρές και τις μεγάλες δοκιμασίες μιας ολόκληρης εποχής. Μέσα από τραγούδια που σημάδεψαν γενιές, η παράσταση φωτίζει όχι μόνο τη διαδρομή του Γρηγόρη Μπιθικώτση, αλλά και την πορεία της ίδιας της Ελλάδας.
Ένας δημοσιογράφος της εποχής μας αναλαμβάνει να ερευνήσει τη ζωή και το έργο του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Ξεκινώντας από το παρόν, ταξιδεύει σε μια Ελλάδα που αλλάζει: από τις αυλές του Περιστερίου και τα χρόνια της Κατοχής, στη Μακρόνησο, στα λαϊκά πάλκα, στις μεγάλες συνεργασίες με τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Σταύρο Ξαρχάκο και τους σημαντικότερους δημιουργούς της εποχής. Μέσα από μαρτυρίες, τραγούδια, πρόσωπα και γεγονότα μιας ολόκληρης εποχής, συνθέτει το παζλ μιας ζωής που ταυτίστηκε με την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας.
Κι ενώ όλοι μιλούν για εκείνον, ο ίδιος βρίσκεται διαρκώς παρών στη σκηνή ως βουβός παρατηρητής. Βλέπει τη ζωή του να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του. Παρακολουθεί τα παιδικά του χρόνια, τους αγώνες, τις επιτυχίες, τις απώλειες και τις μεγάλες στιγμές που τον έκαναν θρύλο. Ένας άνθρωπος συναντά τον μύθο του.
Σκηνοθεσία – Κείμενο: Δημήτρης Μαλισσόβας. Τραγουδούν: Γιάννης Κότσιρας, Μπάμπης Στόκας, Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Παίζουν οι ηθοποιοί: Τάσος Χαλκιάς, Φίλιππος Σοφιανός, Ματίνα Νικολάου, Σαλίνα Γαβαλά και η Μίλλη Καραλή. Στον ρόλο της μητέρας η Ελένη Γερασιμίδου. Δημοσιογράφος ο Χρήστος Φερεντίνος. Παίζουν επίσης οι: Ντίνος Γκελαμέρης, Αγγελική Επιτροπάκη, Κωνσταντίνος Καϊκής, Βενετία Καναβέλλη, Ραφαήλ Κριτούλης, Ακριβή Μαλισσόβα, Κυριάκος Μητροπέτρος, Δάνης Νικολαΐδης, Μαρία Παπαδοπούλου, Πάνος Παταγιάννης, Σπύρος Πινκερίδης και Δημήτρης Πουλιδάκης. Συμμετέχει ζωντανή ορχήστρα. Θέατρο: Christmas Theater. Πρεμιέρα: 17 Οκτωβρίου.


