Του Σωτήρη Σκουλούδη

Οι σχέσεις Ελλάδας και Βουλγαρίας κουβαλούν ένα βαρύ ιστορικό παρελθόν. Από τις επιδρομές των Βουλγάρων ηγεμόνων στα βυζαντινά χρόνια μέχρι τις πολεμικές συγκρούσεις και τις βουλγαρικές κατοχές του 20ού αιώνα, με τελευταία εκείνη στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ιστορία έχει αφήσει βαθιές πληγές. Σε αυτό το παρελθόν ανήκει και η αρπαγή πολύτιμων εκκλησιαστικών κειμηλίων από ελληνικά μοναστήρια το 1917: δεν επρόκειτο για δωρεές ή νόμιμες αγορές, αλλά για λεηλασία υπό βουλγαρική κατοχή.
Πρόσφατα, η Ελλάδα παρέδωσε στη Βουλγαρία τα λείψανα που αποδίδονται στον τσάρο Σαμουήλ, έναν ηγεμόνα που πολέμησε το Βυζάντιο και πραγματοποίησε καταστροφικές επιδρομές στον ελλαδικό χώρο, στο πλαίσιο συμφωνίας που επέτρεψε την επιστροφή μέρους των κειμηλίων. Κι όμως, αντί η επιστροφή τους στον τόπο από τον οποίο αφαιρέθηκαν να θεωρείται αυτονόητη αποκατάσταση μιας ιστορικής αδικίας, ομάδα Βούλγαρων επιστημόνων αμφισβητεί τη συμφωνία, ενώ οι βουλγαρικές αρχές αρνούνται να δημοσιοποιήσουν τον πλήρη κατάλογο των αντικειμένων που παραδόθηκαν στην Ελλάδα. Το ερώτημα είναι αναπόφευκτο: από πότε η επιστροφή λεηλατημένων θησαυρών αντιμετωπίζεται ως παραχώρηση εκείνου που τους κρατούσε και όχι ως δικαίωμα εκείνου που τους στερήθηκε.

Το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Βουλγαρίας αρνείται να δημοσιοποιήσει τον πλήρη κατάλογο των ιστορικών κειμηλίων που παραδόθηκαν στην Ελλάδα σε αντάλλαγμα για τα λείψανα που αποδίδονται στον τσάρο Σαμουήλ. Όπως αποκαλύπτει έρευνα του βουλγαρικού Factcheck.bg, τα αντικείμενα —53 συνολικά— δεν έχουν καν διαγραφεί από τα βιβλία του Μουσείου και εξακολουθούν να καταγράφονται ως βουλγαρική ιδιοκτησία.
Στις 29 Σεπτεμβρίου 2026, οι υπουργοί Πολιτισμού Ελλάδας και Βουλγαρίας υπέγραψαν Μνημόνιο Κατανόησης για την αμοιβαία παράδοση ιστορικών κειμηλίων προς φύλαξη. Με βάση τη συμφωνία, η Ελλάδα παραδίδει στη Βουλγαρία τα οστά που ταυτοποιήθηκαν ως ανήκοντα στον τσάρο Σαμουήλ — είχαν εντοπιστεί το 1965 από τον καθηγητή Νικόλαο Μουτσόπουλο στη Βασιλική του Αγίου Αχίλλειου στη Μικρή Πρέσπα. Αντάλλαγμα: 53 αντικείμενα του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, κειμήλια που είχαν αφαιρεθεί από ελληνικά μοναστήρια —μεταξύ αυτών η Εικοσιφοίνισσα και ο Τίμιος Πρόδρομος Σερρών.

Τα λείψανα έφτασαν στη Σόφια στις 3 Οκτωβρίου 2026, έγιναν δεκτά με επίσημη τελετή και τοποθετήθηκαν σε μαρμάρινη σαρκοφάγο στον ναό της Αγίας Σοφίας.
Ωστόσο, η συμφωνία έχει ήδη γεννήσει θύελλα αντιδράσεων στη γειτονική χώρα. Ομάδα Βούλγαρων επιστημόνων προσέφυγε με επιστολή διαμαρτυρίας, υποστηρίζοντας ότι η ανταλλαγή ενδέχεται να παραβιάζει τη βουλγαρική νομοθεσία και ότι ορισμένα αντικείμενα έχουν ταυτοποιηθεί λανθασμένα. Ζητούν να δημοσιοποιηθούν ο πλήρης κατάλογος των αντικειμένων, τα ονόματα των μελών της επιτροπής που ενέκρινε την ανταλλαγή και οι εμπιστευτικές διατάξεις του Μνημονίου.
Το Factcheck.bg κατέθεσε επίσημο αίτημα πρόσβασης σε δημόσια έγγραφα προς το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Το Μουσείο αρνήθηκε, επικαλούμενο ρήτρα εμπιστευτικότητας στη συμφωνία και ισχυριζόμενο ότι η Ελλάδα, ως τρίτο μέρος, δεν επιθυμεί τη δημοσιοποίηση των στοιχείων.
Ίδια στάση και από το ίδιο το Υπουργικό Συμβούλιο της Βουλγαρίας: η κυβέρνηση απάντησε ότι δεν διαθέτει τις πληροφορίες και παραπέμπει στο Υπουργείο Εξωτερικών — τη στιγμή που το ίδιο το Υπουργικό Συμβούλιο είχε εγκρίνει το Μνημόνιο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το εξής, κατά το δημοσίευμα: τα αντικείμενα που παραδόθηκαν στην Ελλάδα δεν έχουν διαγραφεί από τα μητρώα του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου και εξακολουθούν να καταγράφονται ως ιδιοκτησία της Βουλγαρίας.
Ο Αλεξάνταρ Κασάμοφ, δικηγόρος και εκτελεστικός διευθυντής του προγράμματος «Πρόσβαση στην Πληροφορία», χαρακτηρίζει την άρνηση του Μουσείου «παράξενη και νομικά αβάσιμη», τονίζοντας ότι μια ρήτρα εμπιστευτικότητας σε διακρατική συμφωνία δεν αποτελεί από μόνη της επαρκή νομική αιτιολογία για απόκρυψη δημόσιων πληροφοριών. Όπως σημειώνει, υπάρχει σαφές δημόσιο ενδιαφέρον να μαθευτεί ποια ακριβώς ιστορικά αντικείμενα παραδόθηκαν στην Ελλάδα — και γιατί η Σόφια συμφώνησε να κρατήσει εμπιστευτικούς τους όρους της ανταλλαγής.
Το Factcheck.bg ανακοίνωσε πλέον ότι θα προσφύγει στη Δικαιοσύνη κατά της απόφασης άρνησης πρόσβασης στα έγγραφα.
Σημειώνεται ότι τα περισσότερα από αυτά τα κειμήλια περιήλθαν στη βουλγαρική κατοχή από λεηλασία, έπειτα από την αιματηρή εισβολή του στρατού σε ελληνικό εδαφος κατά τον Πρώτο, αλλά και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η καλή γειτονία χτίζεται με ειλικρίνεια, διαφάνεια και σεβασμό στην ιστορική μνήμη, όχι με αποσιωπήσεις και λογικές συμψηφισμού. Η επιστροφή λεηλατημένων κειμηλίων δεν είναι χάρη ούτε παραχώρηση προς τη χώρα από την οποία αφαιρέθηκαν· είναι πράξη αποκατάστασης μιας αδικίας. Αν η συμφωνία φιλοδοξεί να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις, αυτό δεν μπορεί να στηρίζεται στην αντιμετώπιση των πολιτιστικών θησαυρών ως πολεμικών λαφύρων που αποκτούν νομιμοποίηση με το πέρασμα του χρόνου. Το παρελθόν δεν αλλάζει, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το αντιμετωπίζουμε δείχνει πόσο πραγματικά θέλουμε να το αφήσουμε πίσω.


