Η καταμέτρηση των ψήφων στο Ισραήλ δεν έχει αναδείξει μέχρι στιγμής ξεκάθαρο νικητή, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο δύσκολων διαπραγματεύσεων για τον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου και ο βασικός πολιτικός του αντίπαλος, Γκάντι Άιζενκοτ, δηλώνουν έτοιμοι να αναλάβουν τη διακυβέρνηση, ωστόσο κανένα από τα δύο στρατόπεδα δεν φαίνεται να εξασφαλίζει τις απαραίτητες 61 έδρες για την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Καθοριστικό ρόλο στις μετεκλογικές εξελίξεις αναμένεται να διαδραματίσουν τα αραβικά κόμματα, τα οποία ενισχύθηκαν σημαντικά, παρά το γεγονός ότι και οι δύο διεκδικητές έχουν αποκλείσει τη συνεργασία μαζί τους.
Η εικόνα των αποτελεσμάτων μεταβάλλεται όσο προχωρά η καταμέτρηση. Ενώ οι πρώτες εκτιμήσεις των τηλεοπτικών σταθμών Kan 11 και Channel 13 έδειχναν ισορροπία των δύο στρατοπέδων στις 51 έδρες, νεότερες προβλέψεις που μετέδωσε η Jerusalem Post έδιναν στο μπλοκ του Νετανιάχου από 53 έως 57 έδρες. Ακόμη και αυτό το εύρος, ωστόσο, απέχει από την απόλυτη πλειοψηφία των 61 εδρών στην Κνέσετ, η οποία αριθμεί συνολικά 120 μέλη.
Πρωτιά για το Λικούντ, αλλά χωρίς εγγύηση εξουσίας
Με περίπου το 40% των ψηφοδελτίων καταμετρημένο, σύμφωνα με το Associated Press, το Λικούντ του Νετανιάχου συγκέντρωνε το 21,70% των ψήφων, ενώ το κόμμα Γιασάρ του Άιζενκοτ ακολουθούσε με 15,72%.
Τα ποσοστά αφορούν τα δύο κόμματα ξεχωριστά και όχι το σύνολο των πολιτικών συμμαχιών τους. Επομένως, η πρωτιά του Λικούντ δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι ο Νετανιάχου θα μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση.
Η συμμετοχή στις εκλογές έφτασε το 77,7%, καταγράφοντας το υψηλότερο ποσοστό από το 1999. Πρόκειται για την πρώτη βουλευτική αναμέτρηση μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023, σε μια περίοδο κατά την οποία η ισραηλινή κοινωνία παραμένει βαθιά διχασμένη για την πολιτική ηγεσία, την ασφάλεια και τη διαχείριση των πολεμικών συγκρούσεων.
Παρά τις απώλειες σε σχέση με τις 32 έδρες που διέθετε στο απερχόμενο κοινοβούλιο, το Λικούντ εξακολουθούσε να προηγείται μεταξύ των κομμάτων. Οι νεότερες πρωινές εκτιμήσεις το τοποθετούσαν στις 27 έως 28 έδρες, έναντι 21 του Γιασάρ.
Στο στρατόπεδο της αντιπολίτευσης συμμετέχουν επίσης το κόμμα του Ναφτάλι Μπένετ, το Ισραήλ Μπεϊτένου του Αβίγκντορ Λίμπερμαν και οι Δημοκράτες του Γιαΐρ Γκολάν, γεγονός που καθιστά αναγκαίες τις συνεννοήσεις και μεταξύ των ίδιων των αντιπολιτευόμενων δυνάμεων.
Τα μηνύματα Νετανιάχου και Άιζενκοτ μετά την κάλπη
Λίγο μετά τις 03:00, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου εμφανίστηκε ενώπιον των υποστηρικτών του στην Ιερουσαλήμ, έπειτα από πολύωρη απουσία δημόσιων δηλώσεων. Χωρίς να ανακηρύξει τον εαυτό του νικητή, υπογράμμισε την πρωτιά του Λικούντ και ζήτησε τη δημιουργία μιας «ισχυρή κυβέρνηση της δεξιάς», καλώντας την «εβραϊκή και σιωνιστική πλειοψηφία» να «ενωθεί».
Ο 77χρονος πρωθυπουργός απέφυγε να αναφερθεί ονομαστικά στον βασικό αντίπαλό του, επιδιώκοντας να στρέψει τη συζήτηση από τις απώλειες του πολιτικού του μπλοκ στις προοπτικές συγκρότησης νέας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Από την πλευρά του, ο Γκάντι Άιζενκοτ έστειλε διαφορετικό μήνυμα από το Τελ Αβίβ, παρουσιάζοντας τις πρώτες εκτιμήσεις ως ένδειξη απόρριψης της σημερινής ηγεσίας. «Ο λαός επέλεξε την αλλαγή», δήλωσε, υποσχόμενος να «κάνει το παν για να σχηματίσει κυβέρνηση» και απορρίπτοντας την προοπτική νέας προσφυγής στις κάλπες.
Ο πρώην αρχηγός του ισραηλινού στρατού έχασε έναν γιο και δύο ανιψιούς στον πόλεμο της Γάζας. Μετά την επίθεση της Χαμάς συμμετείχε στο πολεμικό υπουργικό συμβούλιο, από το οποίο αποχώρησε οκτώ μήνες αργότερα, ασκώντας κριτική στον τρόπο διαχείρισης της κρίσης από την κυβέρνηση Νετανιάχου.
Τα αραβικά κόμματα γίνονται ρυθμιστές των εξελίξεων
Η ενίσχυση των δύο αραβικών πολιτικών σχηματισμών, του Ραμ υπό τον Μανσούρ Αμπάς και της Ενοποιημένης Λίστας, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις της εκλογικής αναμέτρησης.
Οι αρχικές δημοσκοπήσεις εξόδου τούς έδιναν συνολικά 18 έως 19 έδρες, έναντι δέκα στο απερχόμενο κοινοβούλιο. Αν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις, η κοινοβουλευτική τους δύναμη θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιαστικά τις διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Ο Μανσούρ Αμπάς χαρακτήρισε το αποτέλεσμα «μεγάλη ήττα» για το στρατόπεδο Νετανιάχου και δήλωσε πρόθυμος να συνεργαστεί με τον Άιζενκοτ. Ωστόσο, ο τελευταίος έχει ήδη αποκλείσει αυτή την επιλογή, περιορίζοντας τις διαθέσιμες δυνατότητες της αντιπολίτευσης.
Ακόμη πιο κατηγορηματικός εμφανίστηκε ο Νετανιάχου, δηλώνοντας: «Αποκλείεται ο σχηματισμός κυβέρνησης που θα υποστηρίζεται από τα αραβικά κόμματα».
Η πολιτική επιστήμονας Ιλάνα Σπάιτσμαν, του Πανεπιστημίου Μπαρ Ιλάν, περιέγραψε το δίλημμα που αντιμετωπίζει η αντιπολίτευση: είτε να εξετάσει συνεργασία με τα αραβικά κόμματα είτε να επιχειρήσει τον σχηματισμό κυβέρνησης μειοψηφίας. Και οι δύο επιλογές έρχονται σε αντίθεση με θέσεις που είχαν διατυπωθεί προεκλογικά, γεγονός που ενδέχεται να αναγκάσει τα κόμματα να αναθεωρήσουν τη στρατηγική τους.
Το Ιράν στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης
Η εθνική ασφάλεια εξακολουθεί να αποτελεί βασικό πεδίο αντιπαράθεσης, παράλληλα με τις διαπραγματεύσεις για τις κοινοβουλευτικές έδρες.
Ο Νετανιάχου αναφέρθηκε εκ νέου στη συνεργασία του με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δηλώνοντας: «Το Ισραήλ έχει στα χέρια του ιστορική, μοναδική ευκαιρία με τον εταίρο μας τον πρόεδρο Τραμπ να εξαλείψει οριστικά την υπαρξιακή απειλή του Ιράν».
Ο Άιζενκοτ, από την πλευρά του, είχε προειδοποιήσει τον πρωθυπουργό «ούτε που να το σκεφτείς να χρησιμοποιήσεις την ασφάλεια του Ισραήλ για πολιτικούς σκοπούς», υπογραμμίζοντας ότι οι υπηρεσίες ασφαλείας πρέπει να υπηρετούν το κράτος και τα συμφέροντα των πολιτών.
Η αντιπαράθεση εξελίσσεται υπό τη σκιά του πολέμου στη Γάζα, των διεθνών επικρίσεων για τις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις και της συνεχιζόμενης βίας στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη.
Πώς θα επιλεγεί ο επόμενος πρωθυπουργός
Μετά την οριστικοποίηση των αποτελεσμάτων, ο πρόεδρος του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτσογκ, θα πραγματοποιήσει διαβουλεύσεις με τα πολιτικά κόμματα και θα αναθέσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον βουλευτή που θα θεωρήσει ότι έχει τις μεγαλύτερες πιθανότητες να εξασφαλίσει την απαραίτητη υποστήριξη.
Η εντολή δεν δίνεται αυτομάτως στον αρχηγό του κόμματος που κατέλαβε την πρώτη θέση. Ο πρώτος εντολοδόχος διαθέτει 28 ημέρες για να σχηματίσει κυβέρνηση, με δυνατότητα παράτασης έως και 14 επιπλέον ημέρες.
Αν η πρώτη προσπάθεια αποτύχει, προβλέπεται η δυνατότητα δεύτερης εντολής και στη συνέχεια η ανάδειξη υποψηφίου που θα συγκεντρώσει την υποστήριξη 61 βουλευτών. Εφόσον εξαντληθούν οι προβλεπόμενες διαδικασίες χωρίς αποτέλεσμα, το Ισραήλ μπορεί να οδηγηθεί εκ νέου σε εκλογές.
Μέχρι να ορκιστεί η νέα κυβέρνηση, η απερχόμενη κυβέρνηση παραμένει στη θέση της.
Η πιθανότητα παρατεταμένου πολιτικού αδιεξόδου σημαίνει ότι ο Νετανιάχου μπορεί να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντά του όσο διαρκούν οι διαπραγματεύσεις. Η καταμέτρηση αναμενόταν να ολοκληρωθεί την Πέμπτη ή την Παρασκευή, ωστόσο η τελική απάντηση για το ποιος θα αναλάβει την επόμενη κυβέρνηση ενδέχεται να καθυστερήσει σημαντικά.


